Παρασκευή 9 Αυγούστου 2019

Ένας προσκυνητής, σε μια χώρα που οι κάτοικοί της δεν την γνωρίζουν.

Βλέπουμε περισσότερο με το μυαλό, παρά με τα μάτια.
 Έτσι την ψυχή μας την δονούν πράγματα που διδαχτήκαμε σαν όμορφα, ενώ μας αφήνουν αδιάφορους οι πραγματικές ομορφιές τούτου του κόσμου.
 Έτσι και πνευματικά μας συγκινεί το εύκολο και το ρηχό, αποφεύγοντας το δύσκολο, το βαθύ, νοιώθοντας μάλιστα απέναντί του όχι κατωτερότητα, αλλά περιφρόνηση. 
Ένα παράδειγμα για την πνευματική ερήμωση, είναι η περιφρόνηση του σύγχρονου κάτοικου της Ελλάδας, για  την φιλοσοφία ή για την κορυφαία παραγωγή του ανθρώπινου πνεύματος, την τραγωδία. 
Αυτό το πνεύμα που είναι συνδεδεμένο με τούτο τον τόπο, σε τέτοιο βαθμό, όπως η πνοή κρατά ζωντανό το σώμα ενός ανθρώπου και όπως το σώμα συντηρεί την πνοή.


Στον αντίποδα των τουριστών της Μυκόνου, των χοιρογρυλίων και της ανθρώπινης αποσύνθεσης, υπάρχει ένας άλλος μεγάλος αριθμός, πραγματικών προσκυνητών σε αυτό τον τόπο.

 Ένας από αυτούς είναι ο Γκι Ρασέ, ο οποίος στην εισαγωγή του βιβλίου του "Προσκυνητής στην αρχαία Ελλάδα" θα γράψει: "Στην Ελλάδα πρέπει να καταφεύγουμε με το ίδιο πάθος και ενθουσιασμό με τα οποία ο προσκυνητής του μεσαίωνα ξεκινούσε για την Παλαιστίνη. Το ταξίδι στην Ελλάδα, είναι το προσκύνημα της ψυχής στις πηγές του ευρωπαϊκού πολιτισμού, σε αυτόν τον άγιο τόπο όπου γεννήθηκε το κύτταρο που εξέθρεψε τον δυτικό κόσμο."
Η περίπτωση του Γκι Ρασέ, είναι η περίπτωση των "άλλων ταξιδιωτών", που δεν τους πολυκαταλαβαίνει ο μέσος άνθρωπος τούτης της χώρας. 

Είναι από εκείνους που στέκονται στην ουρά για την είσοδο στους αρχαίους χώρους, τους οποίους μάλιστα συχνά βρίσκουν κλειστούς, εκείνους που δεν ανεβαίνουν στα μπαρ της Μυκόνου, μα ψάχνουν μία ήσυχη ακρογιαλιά για να ακούσουν εκείνη την υπέροχη μουσική της πανάρχαιης ελληνικής  θάλασσας που έλεγε ο Ρίλκε, είναι εκείνοι που δεν κυλιούνται τα ξημερώματα στα σοκάκια της Ρόδου, μα παίρνουν το πρωινό τους απέναντι από την αρχαία αγορά συντροφιά με ένα βιβλίο. Εκείνους τους παράξενους ταξιδιώτες, ο μέσος κάτοικους τούτου του τόπου, ακριβώς όπως κάθε τι πνευματικό, τους περιφρονεί, μην μπορώντας να τους κατανοήσει.
Αλλά εγώ θα σας μεταφέρω την αρχή και το τέλος τους βιβλίου ενός από αυτούς τους παράξενους ταξιδιώτες. 

Από εκείνους που έρχονται σαν προσκυνητές και όχι σαν βάρβαροι επιδρομείς σε τούτη την ιερή γη. 
Και δυστυχώς θα δείτε ότι αυτός ο άνθρωπος βλέπει σε αυτό τον τόπο, εικόνες που δεν τις βλέπει ο νους του μέσου κάτοικου της Ελλάδας.
 Ένας κάτοικος της χώρας που βλέπει σημαντικά, όσα βλέπει σημαντικά και ο βάρβαρος επιδρομέας.
Πως ξεκινά ο συγγραφέας; Με την επίσκεψη στην Κέρκυρα:
"Ούτε το λιμάνι, ούτε η πόλη της Κέρκυρας είναι δυνατόν να τραβήξουν την προσοχή. Θα χρειαστεί να πάει κανείς ως το κανόνι, από όπου έχει υπέροχη θέα στο νησάκι του Οδυσσέα και σε όλο το παλιό λιμάνι με τα κρυσταλλένια νερά, ή να διαβεί τις δασοσκέπαστες πλαγιές της Παλαιόπολης αναζητώντας την αρχαία Κέρκυρα, για να συνειδητοποιήσει την ομορφιά αυτού του νησιού.Από τη μια απλώνεται η θάλασσα, η Ελληνική θάλασσα που αστράφτει στο φως, και από την άλλη οι γαλαζωποί λόφοι σπαρμένοι με κυπαρίσσια που όμοιά τους σε ομορφιά δεν βρίσκεις πουθενά αλλού."
Οι δύο πρώτες εικόνες που θαυμάζει ο βάρβαρος, είναι το λιμάνι με τα καφέ και η πόλη με τα μπαρ και τα μαγαζιά. 

Αυτά ακριβώς τα παραβλέπει ο προσκυνητής.
 Εκείνος ψάχνει την ελληνική ομορφιά.
 Εκείνη την ομορφιά που  θέα της ενέπνευσε τον Έλληνα.
 Ο Γκι Ρασέ στην συνέχεια θα ψάξει να βρει τον τόπο που έφτασε ο Οδυσσέας στο νησί των Φαιάκων. 
Εκεί θα θυμηθεί τις περιγραφές του Ομήρου και την Ναυσικά να γλυκοτραγουδά.
Στην συνέχεια με παρόμοιο τρόπο, ο Γάλλος επισκέπτης θα περιηγηθεί στην δυτικά Ελλάδα, στην Πελοπόννησο,  στην Στερεά, στην Θεσσαλία, θα περάσει τον θεϊκό Όλυμπο, για να καταλήξει στην Θεσσαλονίκη.

Στο τέλος του βιβλίου, θα σας μεταφέρω και πάλι τις εντυπώσεις, οι οποίες θα ξαφνιάσουν και πάλι τα αυτιά κάθε Ρωμιού.
 Έτσι τελειώνει στις δύο τελευταίες σελίδες ο Γκι Ρασέ:

"Η Θεσσαλονίκη, τελευταίος σταθμός του προσκυνήματος στην Ελλάδα πριν περάσουμε σε έναν άλλο, διαφορετικό κόσμο, τον κόσμο των Σλάβων, είναι η ελληνική πόλη με τα περισσότερα βυζαντινά κατάλοιπα.
 Ο αναγνώστης θα εκπλαγεί ίσως, επειδή στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού δεν αναφέρθηκα στα βυζαντινά κατάλοιπα της Χαλκίδας, στα Μετέωρα, στο άγιο όρος κλπ...
  Δεν μίλησα για το Βυζάντιο, γιατί σε καμιά περίπτωση δεν είναι Ελλάδα, είναι μάλλον η άρνηση της Ελλάδας. 

Παρατηρήστε αλήθεια την ιεραρχημένη βυζαντινή αυλή, με τους χίλιους τίτλους που μας φαίνονται σαν παιδιαρίσματα, τη δυσκίνητη δημόσια διοίκηση με τα πλήθη των υπαλλήλων, σε πλήρη αντίθεση προς την απλότητα και την ευκαμψία της διακυβέρνησης των δημοκρατιών ή και των ελληνιστικών βασιλείων. 

Παρατηρήστε όλη αυτή την επίδειξη, τον δεσποτισμό των αυτοκρατόρων, τον φανατισμό που αποτελεί την τη συνηθέστερη εκδήλωση σε όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής ιστορίας.

 Τη διαμάχη των εικονοκλαστών, που ήταν μια παραφροσύνη ανάμεσα στις τόσες άλλες, εκείνη την σκληρότητα, την βαρβαρότητα, το αίμα που ρέει και κηλιδώνει την ιστορία του Βυζαντίου. απ' αρχής μέχρι τέλους, εκείνες τις μηχανορραφίες, τις επαναστάσεις του παλατιού, πάντοτε θηριώδες και φοβερές. 

[Αρκεί να διαβάσει κάποιος την χρονογραφία του Ψελλού, η οποία εντούτοις, περιγράφει μικρή μόνον χρονική περίοδο της Βυζαντινής ιστορίας. Δεν συναντούμε σε αυτήν τίποτε άλλο, παρά μόνον, εξεγέρσεις, συνωμοσίες, δολοφονίες, εξορύξεις οφθαλμών κλπ].

 Τίποτε άλλο δεν υπάρχει που να έρχεται σε μεγαλύτερη αντίθεση προς το ελεύθερο και φωτεινό πνεύμα της Αθήνας από όλα όσα προαναφέραμε. 

Συγκρίνετε αυτόν τον Παντοκράτορα Χριστό, τον τόσο τυπικά και θλιβερά βυζαντινό, με τα κοίλα, υπερμεγέθη μάτια, μαύρα όπως ο θάνατος, με το σκυθρωπό και κάτωχρο πρόσωπο, συγκρίνετέ τον με οποιαδήποτε μορφή του Ερμή, του Απόλλωνα ή του Διόνυσου, που ακτινοβολούν από ζωή, ομορφιά, ισορροπία και αρμονία και θα καταλάβετε τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει την ελληνική από την βυζαντινή ψυχή.

 Είναι ο θρίαμβος της ζωής και του καθαρού λόγου, απέναντι στο θρίαμβο του θανάτου και του ανατολίτικου μυστικισμού. 

Είναι η ψυχή η ξαναμμένη από την ομορφιά, την καλλιτεχνική δημιουργία, την αγάπη για την ζωή, απέναντι σε μια φτωχή και αποστειρωμένη ψυχή, συντεθλιμμένη από μια θρησκεία του θανάτου και του πόνου, μια θρησκεία που περιφρονεί τον άνθρωπο, την φύση, τη ζωή και οτιδήποτε γήινο, όλα δηλαδή όσα κάνουν την ζωή μας να αξίζει.
  Η Αθήνα είναι η αξεπέραστη κορωνίδα του πολιτισμού με όλες τις αξίες που αυτός περιέχει, είναι ο θρίαμβος του κάλλους, η κατ' εξοχήν πατρίδα του τίμιου ανθρώπου, του "καλού κ' αγαθού." 

Το Βυζάντιο είναι ο θρίαμβος των βαρβαροτήτων της ανατολής, ο θρίαμβος της πιο ανήθικης ιδέας που ταλαιπώρησε τον άνθρωπο, ότι δηλαδή η Γη  είναι μια κοιλάδα δακρύων, ότι η αληθινή ζωή βρίσκεται σε έναν νεφελώδη και υποθετικό ουράνιο κόσμο και ότι η ζωή δεν είναι παρά μια προετοιμασία για τον θάνατο.
  Η Βυζαντινή λογοτεχνική παραγωγή είναι εξαιρετικά φτωχή και απογοητευτική. 
Σε έναν Ηρόδοτο, σε έναν Θουκυδίδη, έναν Πολύβιο οι μόνοι που έχει να αντιπαρατάξει το βυζάντιο είναι ο Προκόπιος, ο Ψελλός και ο Φώτιος. 
Στον Ισοκράτη και τον Δημοσθένη, ο Νικηφόρος Γρηγοράς.
 Στον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τον Πλωτίνο, ο Δημήτριος Κυδωνιεύς. 
Στον Πλούταρχο, ο Μάρκος ο Διάκονος... 

Δεν τολμώ να αναφέρω τον Όμηρο... 
Τα χάνει κανείς μπροστά σε τόση ευτέλεια και ελαφρότητα.
  Επιπλέον παρατηρείται παντελής έλλειψη πρωτότυπης σκέψης και ολοκληρωτική απουσία του θεάτρου και της μεγάλης "κοσμικής" ποίησης.
 Αν εξαιρέσουμε τον Πλήθωνα, πλατωνιστή του 15ου αιώνα, που είναι ο μόνος βυζαντινός ο οποίος μπορεί να χαρακτηριστεί στοχαστής, δεν βλέπω παρά μόνο τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, που υπήρξε αναμφίβολα μέγας ρήτορας, αλλά που η φιλοσοφική του σκέψη περιορίζεται στην ηθική της κατήχησης."
 
Σε αυτές τις τελευταίες σελίδες του Ρασέ, κρύβετε το δράμα του εκβαρβαρισμού μας. Αυτή η αδυναμία λόγω της κακής μας παιδείας, ώστε να μπορούμε να ξεχωρίσουμε "τον πάμφωτο ναό της Αφαίας στην Αίγινα, από το μονύδριο της αγίας Ελεούσας στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων, με την αγράμματη καλόγρια που κυνηγά τις έγκυες και τις λεχώνες" όπως μας έλεγε ο Λιαντίνης. Ζούμε σε μία χώρα, την οποία δεν μπορούμε να την δούμε. Περπατάμε τυφλοί στις ακρογιαλιές και δεν ακούμε το θρόισμα της δάφνης. Έτσι μας έμεινε και ανέκδοτο, το μεγαλύτερο ποίημα του εθνικού μας ποιητή, του Δ. Σολωμού:
Κάθε ρείθρο ερωτεμένο, κάθε αύρα καθαρή, κάθε δέντρο εμψυχωμένο με το φλίφλισμα ομιλεί.
Κι` όπου πλέον μοναχιασμένοι είναι οι βράχοι σιγαλοί Μ ή ν ι ν  ά ε ι δ ε θε ν` ακούσεις να σου ψάλλει μια φωνή.
Και συ ακόλουθα τον στίχο .............................. για να ιδείς, αν γνωρίζει τη φωνή σου ο τυφλός ο ποιητής.
Έτσι έφτασε και στην τραγική διαπίστωση ένας άλλος μεγάλος μας ποιητής. Ο Κ. Παλαμάς:


 Των Ελλήνων την πατρίδα/ βάρβαροι την ατιμάζουν!
Όπου ανθοπετούσαν οι Έρωτες/ παραδέρνει η νυχτερίδα. Στη νυχτιά μας μια πυγολαμπίδα,/ των αρχαίων η μνήμη, ψευτοφέγγει, κ’ είναι μια νυχτιά που δεν τη διώχνεις,/ του παντοτινού μας ήλιου αχτίδα! Και πατρίδα και ψυχή ρουφάν/ βάρβαροι από βάθη και από ύψη. Κι όταν, μ’ ένα τρίσβαθο ωχ!/ των Ελλήνων θεέ, ρωτούμε σε: "Είσαι συ ο ξανθός Απόλλωνας;" / Αποκρίνεσαι:- "Ειμ’ εγώ ο Μολώχ!".

 Ένα τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου για την Ελλάδα.
 Πάντα επίκαιρο....
 Ερμηνεύει η Χάρις Αλεξίου με τον συνθέτη στο πιάνο.
 Από την εκπομπή της ΕΡΤ "Μουσική βραδυά" (1976) με τον Γιώργο Παπαστεφάνου. 
Οι στίχοι είναι επίσης του Γ. Μαρκόπουλου.

Το τραγούδι πρωτοκυκλοφόρησε στον δίσκο 'Ανεξάρτητα" (1975).

 Στην κυρά μάνα μας μη δίνετε βοήθεια 
ούτε μαγκούρα στο προσκέφαλο σιμά 
γιατί θα δέρνει κάθε μέρα τα παιδιά της
 κι όταν μιλάω θα με λέει αληταρά 
κι αν δέρνει κάθε που γουστάρει τα παιδιά της 
θα καταντήσουνε εμπόροι δουλικοί 
τα νιάτα χάνονται στα βρόμικα σοκάκια 
για να μετρήσουν με το μπόι τους τη γη

 Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω πάψε να με κυβερνάς 
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω πάψε να με τυραννάς 

Κι αν θέλω τώρα να ακούγεται η φωνή μου 
με πιάνει τρόμος από ίσκιους μακρινούς 
χρυσάφι μοιάζει η συντροφιά σου 
στη ζωή μου κι η ομορφιά σου 
μου γιατρεύει τους καημούς
 ρε μπάρμπα κάτσε να μας πεις
 μιά ιστορία πως ήταν τότες
 η μανούλα μας παλιά 
έπεφτε ξύλο σα γινόταν φασαρία
 ή σας νανούριζε με χάδια και φιλιά

 Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω μου σπαράζεις την καρδιά 
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω μου πληγώνεις τη χαρά 

Κι ο μπάρμπας τότε σοβαρεύτηκε λιγάκι 
τη κούτρα ξύνει και παράγγειλε καφέ 
η μητέρα είπε ήταν ένα κοριτσάκι
 που ορφανό μάζευε άνθη σε μπαξέ
 τα άνθη στόλιζαν το αγέρωχο κεφάλι
 μα όταν κοιμόταν πάλι πέφτανε στη γη 
κι από τα λούλουδα που ο χάρος είχε βάλει
 εμένα κράτησε να βλέπω τη ζωή 

Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω μου΄χεις φάει τη ψυχή
 Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω φίλοι θα βρεθούμε όλοι μαζί

 Αυτή παιδιά μου ήταν τότες η μανούλα 
ο κήπος ύστερα εγέμισε ληστές 
το κοριτσάκι μας το ντύσανε γριούλα 
κι απ΄τα κουρέλια του φαινότανε 
οι πληγές κι αν μας χτυπάει με μανία 
και φωνάζει τη βάζουν άλλοι
 με συμφέροντα πολλά το όνειρο 
που φεύγει την τρομάζει 
να αναζητάει μιά χαμένη ελευτεριά 

 Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω μάνα στο καμίνι της φωτιάς
 Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω μάνα πες μας πάλι τί ζητάς

 Δικαιώματα: ΕΡΤ Α.Ε.

Blade Runner 2049: Δυο τρόποι να κοιτάς το χιόνι


Mε αφορμή το "Βlade Runner 2049" του Ντενί Βιλνέβ

 

 Δεν μπορούμε να προβλέψουμε πώς θα εξελιχθεί το μέλλον, δεν μπορούμε να προβλέψουμε τις τεχνολογικές εξελίξεις και σε τι κόσμο θα ζούμε σε μερικές δεκαετίες από σήμερα, αλλά ένα πράγμα μπορούμε να το προβλέψουμε: ότι ο κόσμος δεν θα είναι πάντως όπως τον έχουν οραματιστεί τα βιβλία και οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας.

Ξαναβλέπεις εν έτει 2017 το πρώτο “Blade Runner“, πέφτει μπροστά στα μάτια σου το 2019 στο οποίο διαδραματίζεται, και λες ποια υπερπροηγμένα ανδροειδή, ποιος εποικισμός άλλων πλανητών, πού έλεγαν ότι θα είχαμε φτάσει. 

Και μετά, σε έναν κόσμο τόσο τεχνολογικά μπροστά από τον δικό μας, ο Ντέκαρντ για να πάρει ένα τηλέφωνο πάει σε θάλαμο. Ε, πώς αλλιώς να επικοινωνούσε ο άνθρωπος (που λέει ο λόγος);  Ό,τι κι αν σκέφτηκε ο Φίλιπ Ντικ με το “Do Androids Dream of Electric Sheep” το 1968 και οι δημιουργοί του “Blade Runner” το 1982 για το μέλλον που έφτασε να είναι το παρόν μας, ήρθε η σειρά του σίκουελ και των ανθρώπων που ζουν στο παρόν μας να οραματιστούν το δικό μας μέλλον. 

“Blade Runner 2049” λοιπόν. 

Μια ακόμη νοσταλγική επιστροφή στα 80s και ταυτόχρονα μια προβολή στο μέλλον.

 

 

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 λοιπόν, φαίνεται ότι οι άνθρωποι φαντάζονταν ακόμη το μέλλον με όρους φωτεινούς. 

Δυστοπικός – ξεδυστοπικός, ο κόσμος του πρώτου “Blade Runner” είναι ακαταμάχητα μαγευτικός. 

Μπορεί να μη βλέπεις φύση, μπορεί να μη βλέπεις τον κόσμο στο φως της μέρας, αλλά το νυχτερινό Λος Άντζελες του 2019 με τους νέον φωτισμούς του είναι σαν διαστημούπολη, είναι ένας κόσμος μέσα στον οποίο θέλεις να χαθείς.

 Η ταινία είναι τόσο καταλυτικά ερωτεύσιμη ακριβώς γιατί δεν μπορείς να αντισταθείς σε τόση κινηματογραφική ομορφιά, στο τελικό οπτικοακουστικό αποτέλεσμα που συνέθεταν η σκηνοθεσία του Ρίντλεϊ Σκοτ, η φωτογραφία του Τζόρνταν Κρόουνγουεθ, τα σκηνικά του Λόρενς Πολ, τα οπτικά εφέ, η μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου. 

Πολύ λίγες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου έχουν φτιάξει έναν κόσμο τόσο αυθεντικά δικό τους. 

 Στο 2049 όμως ο Βιλνέβ μας προσφέρει έναν διαφορετικό κόσμο. 

Κινηματογραφεί την αφιλόξενη ημέρα, την ερημιά, την κίτρινη ξεραΐλα, τoν κρανίου τόπο. 

Η φωτογραφία του Ρότζερ Ντίκινς και τα σκηνικά του Ντένις Γκάσνερ θα μείνουν σημείο αναφοράς, σχεδόν κάθε σεκάνς διαδραματίζεται σε ένα διαφορετικό σκηνικό και η είσοδος σε κάθε διαφορετικό σκηνικό σου προκαλεί ένα δέος, δέος άλλου τύπου όμως από αυτό του αριστουργήματος του Σκοτ.

 Δύσκολα θα μπορούσε να συγκριθεί οτιδήποτε με το πόσο αφιλτράριστα περνούν μέσα σου οι εικόνες του πρώτου “Blade Runner”.

 Ναι, τέτοιου είδους ακαριαία επίδραση η ταινία του Βιλνέβ δεν έχει. 

Αλλά έχοντας μέσα της πολύ Ταρκόφσκι και πολύ Κιούμπρικ επιδρά πιο υπόγεια, πιο αργόσυρτα, λιγότερο με όρους ακαριαίου μαγνητισμού και περισσότερο με όρους σταδιακής καταβύθισης

Εδώ δεν έχουμε τις εικόνες και τις μουσικές μαγνήτη, τις εικόνες που θέλουν να σε σαγηνεύσουν, εδώ ακόμη και η μουσική θέλει να σε τινάξει, να σε θορυβήσει, εδώ η ταινία σε κάνει δικό της όχι επιχειρώντας να κοπιάρει τη σαγήνη του προκατόχου της, αλλά επιχειρώντας να αντιπαρατάξει σε εκείνον τον κόσμο που είχαμε μάθει, έναν σχεδόν ολότελα άλλο.

 

Το 2017 λοιπόν φαντάζει πολύ δύσκολο να σκεφτείς λαμπερά για το μέλλον, ακόμη κι αν πρόκειται για τη νέον λάμψη των διαφημίσεων.
  
 Στον κόσμο του αρχικού Blade Runner θα ήθελες να ζήσεις, ή στην χειρότερη εκδοχή θα ήθελες να περάσεις μια νύχτα εκεί. Εδώ πάλι, όχι. Άσε που έχει σκηνές όπως αυτή με το παιδικό εργοστάσιο που οι αναλογίες της με την πραγματικότητα είναι μια μικρή γροθιά στο στομάχι.

                               Blade Runner 2049 

 Με τη δεύτερη στη σειρά μετά το “Arrival” ταινία επιστημονικής φαντασίας, o Nτενί Βιλνέβ, έχοντας ήδη υπογράψει μια σειρά σημαντικών (“Sicario“, “Prisoners“, “Enemy“) ως πολύ μεγάλων 
Μέσα από τις Φλόγες») ταινιών, καθιερώνεται πλέον με τον πιο εμφατικό τρόπο στο πρώτο ράφι των σκηνοθετών του Χόλιγουντ.

 Η δημιουργική περίοδός του, μπορεί να συγκριθεί με τη δημιουργική περίοδο του ίδιου του Σκοτ ή του Σπίλμπεργκ στα τέλη του ’70 και στη δεκαετία του 80. 

O Σκοτ που επέστρεψε πέρσι με οικτρό τρόπο στη μυθολογία των Alien και που αν θέλουμε να βάλουμε τα πράγματα σε μια σωστή αναλογία θα ήταν συγκρίνοντας το “Βlade Runner 2049” με το “Alien: Covenant”. 

 Moλονότι το 2049 έχει ως πρωταγωνιστές και ως μεγάλους σταρ άνδρες, ο Βιλνέβ δίνει μια σειρά κομβικών γυναικείων ρόλων σε περισσότερο ή λιγότερο άγνωστες ηθοποιούς και πάντως όχι σταρ (η Κουβανή Άνα Ντε Αρμας, η Ολλανδή Σίλβια Χουκς, η Ελβετίδα Κάρλα Γιούρι και η Καναδή Μακένζι Ντέιβις) , συνεισφέροντας και με αυτόν τον τρόπο στην συνολική όψη της ταινίας που μας παρουσιάζει κάτι νέο.



 Τι είναι το αυθεντικό και εξ ορισμού ανώτερο και τι το κατασκευασμένο και εξ ορισμού ματαιωμένο; 
Είτε το θέλουμε είτε όχι, η σχέση του “Βlade Runner” με το “Βlade Runner 2049“, είναι λίγο σαν τη σχέση ανθρώπουρέπλικας

ο άνθρωπος έχει εξ ορισμού ένα ανώτερο στάτους. 
 Ό,τι και να έκανε ο Βιλνέβ, ακόμη και 
“a man’s job” να έκανε, στα μάτια των πουριστών η ταινία του “skin job” θα παρέμενε
Aλλά δεν πάει έτσι. 
 Τι έκανε το “Blade Runner” να είναι το αριστούργημα που είναι;

Το γεγονός ότι μέσα σε αυτόν τον, τεράστιας εικαστικής δύναμης, κόσμο που έφτιαξε, διαδραματιζόταν μια ιστορία που σε πήγαινε σε μονοπάτια απροσδόκητα, γεμάτα συναρπαστικά φιλοσοφικά και υπαρξιακά ερωτήματα. 

Εικαστικά ο Βιλνέβ, αντί να ξεπατικώσει αυτόν τον κόσμο, αντιπροτείνει όπως είπαμε ως αληθινός καλλιτέχνης τον δικό του. 

Η ιστορία όμως μέσα σε αυτόν τον δικό του κόσμο και τα ερωτήματα που μπαίνουν, ναι, είναι αντίστοιχα. 
Kι εδώ μπορεί κανείς να πει ότι τη δεύτερη φορά δεν έχουν τη δύναμη που είχαν την πρώτη.

 Αυτό είναι σωστό. Αλλά δεν είναι μόνο το πρώτο “Blade Runner”, έχουν μεσολαβήσει και τρεισήμισι δεκαετίες με έργα που έχουν κινηθεί περισσότερο ή λιγότερο άμεσα σε παρόμοιες περιοχές . 

Τι να γινόταν δηλαδή; 
 Να εγκαταλειπόταν τελείως η προβληματική του Blade Runner ως μη παρθένο έδαφος και να πηγαίναμε σε μια καινούρια
Τότε όμως τι ακριβώς θα έμενε από το πρώτο “Blade Runner” παρά η εκμετάλλευση του τίτλου, γιατί ακριβώς να έκανε κανείς ένα νέο Blade Runner μιλώντας για κάτι ριζικά άλλο;



 Και οι δύο ταινίες χτίζονται πάνω στην τραγική ειρωνεία

Και οι δύο ταινίες χτίζονται πάνω στο ζήτημα της ταυτότητας.

 Ήρωες που ξέρουν και ήρωες που δεν ξέρουν τι είναι. 
Ήρωες που έχουν συμβιβαστεί με τη φύση τους και ήρωες που ακόμη παλεύουν με αυτήν.

 Και στις δύο ταινίες οι άνθρωποι παρουσιάζονται είτε ως μικρόνοες, είτε ως μεγαλομανείς.  

Ξέρουν μόνο να εξοντώνουν αυτό που φοβούνται ή να εκμεταλλεύονται αυτό που φτιάχνουν.

 Ανθρώπινες ιδιότητες, ιδανικά, αυτοθυσία, ενσυναίσθηση, έρωτα, δείχνουν μόνο οι ρέπλικες. 

Μια χαρά τα πήγες ως τώρα χωρίς ψυχή, θα πει η Ρόμπιν Ράιτ σε μια ρέπλικα, αλλά είναι αυτή, ο άνθρωπος, που δεν έχει ψυχή.

 Ο πυρήνας των θεμάτων λοιπόν που έβαζε το “Blade Runner” είναι εδώ και συνεχίζει να εξερευνάται.
 Και το ζητούμενο είναι αν εξερευνάται ανέμπνευστα και φτωχά ή εμπνευσμένα και δημιουργικά. 

Γνώμη μου είναι ότι συμβαίνει το δεύτερο. 

Μπορεί να μην υπάρχει εκ των πραγμάτων η επίδραση που είχαν μέσα μας όταν πρωτοτέθηκαν, αλλά ο Βιλνέβ με τους σεναριογράφους του το έχουν δουλέψει το πράγμα, δεν το έχουν αφήσει στην τύχη του.

 Και υπάρχουν και σημεία που το “2049” πηγαίνει πιο μπροστά ή πηγαίνει κάπου αλλού.




Ας δούμε τρία από αυτά:
– Η χρονική στιγμή που ο Βιλνέβ βάζει στο μοντάζ τη σκηνή που δείχνει τη διαφήμιση της Τζόι, κάνει όλη τη διαφορά του κόσμου. 

Ναι, ξέρουμε εξαρχής ότι η Τζόι είναι «προϊόν», ξέρουμε εξαρχής ότι είναι κάτι ακόμη λιγότερο «ανθρώπινο» κι από ρέπλικα, κάτι σίγουρα ακόμη λιγότερο αυθύπαρκτο, αλλά η χρονική στιγμή που μπαίνει εμβόλιμη η διαφήμιση έρχεται να υπενθυμίσει, να σχολιάσει, να αποδομήσει τον όποιον πειραγμένο ρομαντισμό. 
Κι όμως. 
Μετά την αποδόμηση, κάτι θα δομηθεί ξανά.

 Ο κόσμος των δύο Blade Runner δεν είναι ένας κόσμος που βάζει όρια, αλλά ένας κόσμος που τα καταλύει.

 Δεν είναι ένας κόσμος που λέει από εδώ οι άνθρωποι, από εκεί οι μηχανές, αλλά ένας κόσμος που αναρωτιέται τι σε κάνει άνθρωπο και τι μηχανή. 

Η ιστορία του «Τζο» και της «Τζόι» δεν είναι καθόλου λιγότερο ρομαντική ιστορία από τις ρομαντικές ιστορίες μεταξύ ανθρώπων.
 Ή μάλλον είναι λιγότερο και ταυτόχρονα πολύ περισσότερο ρομαντική.




– Ο Μπλέιντ Ράνερ που υποδύεται ο Γκόσλινγκ συναντά τον Ντέκαρντ, τον παλιό Μπλέιντ Ράνερ που υποδύεται ο Φορντ, κι ανάμεσά τους ένα ολόγραμμα του Έλβις τραγουδά σε μια σκηνή του ραδιενεργού κι έρημου Λας Βέγκας

 Ο Ντέκαρντ μπορεί να είναι άνθρωπος, μπορεί να είναι ρέπλικα, αυτή η διαμάχη κρατάει δεκαετίες, αλλιώς τον οραματίστηκε ο σκηνοθέτης αλλιώς οι άνθρωποι που τον έγραψαν στο χαρτί κι ο ηθοποιός που τον υποδύθηκε, δεν πρέπει να έχει υπάρξει περισσότερο δισυπόστατος ήρωας στην ιστορία του σινεμά, αλλά είτε άνθρωπος είτε ρέπλικα, η βασική φύση, ποια βασική, η μόνη αληθινή φύση του Ντέκαρντ είναι πως είναι ένας ήρωας κινηματογραφικής ταινίας, ένας ήρωας που ανήκει δικαιωματικά στο πάνθεον της ποπ κουλτούρας.

 Ο Βιλνέβ βάζει τον Έλβις δίπλα στον Ντέκαρντ, ο Βιλνέβ έρχεται τη στιγμή που η ιστορία του έχει φτάσει σε ένα συναισθηματικό κρεσέντο να μιλήσει με μια σκηνή ανθολογίας για την αληθινή φύση αυτού που παρακολουθούμε και αυτού που και ο ίδιος κάνει: 
no hay banda, no hay orquesta, όλα είναι μια παράσταση, ένα θέαμα, ένας μύθος. 

– Και τέλος η σκηνή με τη Ρέιτσελ μπορεί να μπλοκάρει αρχικά και το μυαλό του θεατή μαζί με το μυαλό του Ντέκαρντ, μπορεί για λίγα δευτερόλεπτα να κάνει τον θεατή να πει τι έχει γίνει εδώ, τι βλέπω τώρα, τι είναι πια αληθινό και τι ψεύτικο, σε ποιο φιλμ βρίσκομαι, σε ποια εποχή, δεν είναι πια μόνο οι ήρωες που δεν νιώθουν σιγουριά, είμαστε κι εμείς μαζί τους.


 Το χιόνι έρχεται να αντικαταστήσει τη βροχή.

 Kι υπάρχουν δυο τρόποι να κοιτάξεις το χιόνι. 
Ο πρώτος είναι σαν να σε αφορά με έναν διαφορετικό πια τρόπο και το χιόνι και ο ουρανός και η εναπομείνασα φυσική ομορφιά του κόσμου, σαν να συνδέεσαι πια πιο άμεσα και πιο οργανικά με τον κόσμο, σαν να ζεις και να νιώθεις πιο έντονα και φωτισμένα υπό ένα διαφορετικό νόημα τα πάντα γύρω σου.

 Ο δεύτερος είναι σαν να καταλαβαίνεις -μακάρι να καταλαβαίνεις- ότι δεν υπάρχουν στα αλήθεια δυο τρόποι οι οποίοι εξαρτώνται από το τι λέει η ταμπέλα σου ότι είσαι, ότι δηλαδή το πώς θα κοιτάξεις το χιόνι και τον ουρανό και την ομορφιά τη ζωή και τον θάνατο, εξαρτάται από το τι στα αλήθεια είσαι, από μια αλήθεια εκτός ταμπελών, από το πώς έχεις ζήσει, από το πώς έχεις φερθεί, από το πόσο έχεις ονειρευτεί, από το πόσο έχεις αγαπήσει.

 Όχι από το πώς ήρθες στον κόσμο, αλλά από το πώς αξιοποίησες τον χρόνο σου σε αυτόν.




 Δυο μόνο ενστάσεις: 
 Η πρώτη ότι μερικές σκηνές δράσεις -μολονότι κι αυτές υπέροχα κινηματογραφημένες- θα μπορούσαν να είναι λιγότερο στερεοτυπικές, λιγότερο αναληθοφανείς και λιγότερο σαν να έχουν παρεισφρύσει από άλλα είδη κινηματογράφου. 

Και η δεύτερη και κυριότερη, είναι ότι το “Blade Runner 2049” παρα-αφήνει ανοικτά ενδεχόμενα για ένα ακόμα σίκουελ.
 Κι επειδή θα ήταν αντιφατικό να με ενοχλεί αυτό καθαυτό το ενδεχόμενο ενός ακόμη σίκουελ, με ενοχλεί ότι ο τρόπος με τον οποίο ανοίγονται τα ενδεχόμενα γίνεται κάπως άγαρμπα και εις βάρος του σώματος της ίδιας της ιστορίας που παρακολουθούμε, εις βάρος της συναισθηματικής εμπλοκής μας με αυτήν.

  Καλύτερα να μην υπήρχαν οι συγκεκριμένες ενστάσεις, αλλά δεν είναι ικανές να αλλοιώσουν την τελική εικόνα. 
Και όσο αριστούργημα κι αν ήταν το “Blade Runner“, είχε κι αυτό τα επιμέρους μικροπταίσματά του.
 Αν κάτι έχουμε μάθει από το σινεμά, είναι πως παραδόξως το τυχόν μεγαλείο μιας ταινίας δεν εξαρτάται καθοριστικά από την ύπαρξη ή την ανυπαρξία ψεγαδιών.




Υπάρχει μια ερώτηση που πρέπει να πετάξουμε στα σκουπίδια:
 το τι πόρισμα βγάζει η σύγκριση του “Βlade Runner 2049 “με το “Βlade Runner”

Aγνοήστε παντελώς αυτήν την ερώτηση και πηγαίντε να δείτε στο σινεμά 
(σε μεγάλη οθόνη όπως του πρέπει, με την εικόνα και τον ήχο που του πρέπει) 
 οραματικό κι ολοζώντανο σινεμά, καλλιτεχνικό κι εμπορικό μαζί, επιβλητικό κι υποβλητικό μαζί, 
πετάξτε στα σκουπίδια μαζί με την ερώτηση τη μίζερη νοσταλγική νεκροφιλία και πηγαίντε να δείτε μια μεγάλη ταινία του 2017, την ταινία ενός μεγάλου σκηνοθέτη του καιρού μας.




 Κείμενο: Old Boy
  Πηγή: www.elculture.gr


Άθικτοι, Περήφανοι Άνθρωποι....

Γενναιοδωρία είναι να δίνεις περισσότερα απ' όσα µπορείς... 

Περηφάνεια είναι να παίρνεις λιγότερα από αυτά που χρειάζεσαι...

 Είναι κάποιοι άνθρωποι που χαράζουν µια πορεία στη ζωή τους, επιµένοντας να ακολουθούν αξίες που µπορεί να µην εκτιµούνται πια.



 Κάποιοι µπορεί να τους βλέπουν «µικρούς», µα µέσα τους να ζηλεύουν τη δύναµή που αυτοί δείχνουν. 

Σαν έναν ∆ον Κιχώτη που τολµά να τα βάζει µε ανεµόµυλους ενώ αυτοί φοβούνται.

 Αλλοι, όµως, κρυφά τους θαυµάζουν και τους θυµούνται για πάντα, ως φάρους που τους ενέπνευσαν, που δεν άφησαν τις ανθρώπινες αξίες να χαθούν όταν υπήρχε τρικυµία... 
Έλεγε κάποτε ένας τέτοιος «άθικτος» άνθρωπος, μάρτυρας σε αυτοκινητιστικό ατύχηµα, ότι ενώ προσπαθούσε να απεγκλωβίσει τον κόσµο από τα άµορφα σίδερα, κοίταξε για µια στιγµή γύρω του και είδε αρκετούς να παρακολουθούν διστακτικά. 
Τον παραξένεψε γιατί απλώς κοιτούσαν.
Ισως να δίσταζαν, ίσως να «µάθαιναν» από το παράδειγµά του... 
Μακάρι να ήταν αυτό! 
Να «µάθαιναν»...
Ο ίδιος ντρεπόταν που φαινόταν «ήρωας», δεν ήθελε να «ξεχωρίζει». Μου είπε την φράση:
 «Ισως πρέπει να έχεις βιώσει τον ανθρώπινο πόνο, για να µπορείς να τον καταλάβεις και να θες να τον σταµατήσεις, όπου υπάρχει...»! 

Οι περήφανοι άνθρωποι, λοιπόν, είναι αυτοί που δεν ζητούν χάρες για να διακριθούν, δεν θυσιάζουν τον εαυτό τους για να πάρουν εύκολα µία θέση που θα τους δώσει αξία, αναγνώριση των ικανοτήτων τους...
 Αντίθετα, δίνουν οι ίδιοι αξία στη θέση που έχουν, όποια και να είναι αυτή, βοηθώντας τους γύρω τους... 
Οι τίτλοι, ξέρουν, δεν δίνουν αξία. Αυτοί οι άνθρωποι βλέπουν «µέσα» στους ανθρώπους, τον πυρήνα τους, αυτός τους ενδιαφέρει.

Θέλουν ό,τι επιτυγχάνουν να οφείλεται στην αξία τους και µόνο και δεν τους ενδιαφέρει πόσο σπουδαίοι δείχνουν στους άλλους. Ξέρουν ότι µπορεί ποτέ να µην αναγνωριστεί το καλό που κάνουν, προσφέρουν για να βλέπουν το χαµόγελο στα πρόσωπα των άλλων, και συνήθως τους βρίσκεις µέσα στον «απλό» κόσµο... 

Ενας από αυτούς τους ανθρώπους δούλευε υπάλληλος µεταµεσονύχτια βάρδια σε ένα περίπτερο. 
Μία σοκολάτα να έτρωγε, θα άφηνε τα χρήµατα στο ταµείο.

 Οι γνώσεις του πολλές, γενικές όχι εξειδικευµένες, καλύτερες από σαράντα πτυχία. 
Πάντα µε το χαµόγελο, παρότι δεν προλάβαινε να δει το παιδί του...
 Κι ο κόσµος έκανε ουρά για να µιλήσει µαζί του όταν, νιώθοντας µοναξιά, έβγαινε να αγοράσει κάτι, ζητώντας ουσιαστικά, άνθρωπο για να µιλήσει.
 Κι εκείνος, αν και είχε κιβώτια να τακτοποιήσει, ντρεπόταν πάντα να τους διακόψει ενώ του µιλούσαν. 

Εχουν δοκιµαστεί καιρό στα δύσκολα αυτοί οι άνθρωποι, µπορεί µέσα στην οικογένειά τους, µπορεί πιο µετά στη ζωή... 

Μπορεί να στηρίχτηκαν κι αυτοί από κάποιον ∆ον Κιχώτη να παλέψουν, και µετά αυτός έγινε το πρότυπό τους στη ζωή. Γι' αυτό και ζητάνε πολύ λίγα για να περάσουν καλά στη ζωή, ανθρώπινα πράγµατα, όχι υλικά, µια ∆ουλτσινέα ίσως... 

Εχουν ισχυρή αυτοεκτίµηση γιατί δεν µετράνε τον εαυτό τους και τους άλλους µε το τι έχουν στην τσέπη, µα συγκρίνονται µε το χειρότερο, και νιώθουν πάντα πολύ πλούσιοι... 

Κι έτσι αντέχουν πολύ καιρό σε κακουχίες γιατί είναι ολιγαρκείς, κι έτσι, πάντα ελεύθεροι στη σκέψη. 

Είναι πάντα ελεύθεροι γιατί δεν ασχολούνται µε το τι θα µπορούσαν να κατέχουν. 
Αυτό τους δίνει ένα εντυπωσιακό πείσµα να παλεύουν για την αξιοπρέπεια, τη δική τους ή των άλλων.

Οι άθικτοι άνθρωποι, λοιπόν, είναι θεµατοφύλακες ιδεών και ιδανικών, ακόµη και όταν αυτά κατακτηθούν, και πολλοί τα ξεχάσουν γιατί τα νόµισαν δεδοµένα. 
Στους δύσκολους καιρούς θα είναι εκεί όταν χρειαστεί να τα ξαναθυµίσουν... και θα ξεκινήσουν πρώτοι για τους ανεµόµυλους...
 
Νικόλαος Βακόνδιος, Ψυχολόγος – πτυχιούχος ΑΠΘ
Πηγή: antikleidi.com

...κλείνοντας μισό αιώνα Ζωής

«ΜΕΤΡΗΣΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΟΥ
 και συνειδητοποίησα ότι, μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ' ότι έχω ζήσει έως τώρα.. 


Αισθάνομαι όπως εκείνο το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία, αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση. 

Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά

 Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει. 

Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες. 

Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί. 

Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους. 

Με ενοχλεί ο φθόνος και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.


 Μισώ να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα. 

Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο... μετά βίας για την επικεφαλίδα. 

Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες.

 Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται...
Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα... 

Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση. 

Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους. 
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους. 
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους. 
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους. 
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. 
Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια. 


Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή. 

Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων...

Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή. 

Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει. Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν...


Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ' όσες έχω ήδη φάει. 




Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου...



   
Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ...» 

 Ένα απόσπασμα από έργο του Βραζιλιάνου Ποιητή, Συγγραφέα, δοκιμιογράφου, φωτογράφου και μουσικολόγου, του Mario de Andrade (1893 – 1945).




Πέμπτη 8 Αυγούστου 2019

Αλμπέρ Καμύ «Το καλοκαίρι»

 Και μόνοι με τον ορίζοντα.

Τα κύματα έρχονται απ’ την αόρατη Ανατολή, ένα ένα, υπομονετικά.
Φτάνουνε μέχρις εμάς και πάλι υπομονετικά φεύγουν προς την άγνωστη Δύση, ένα ένα.
Ατέλειωτη πορεία που δεν άρχισε ούτε τελείωσε ποτέ…
Ποτάμια μικρά και μεγάλα περνούν, η θάλασσα περνά και μένει.
Έτσι θα 'πρεπε ν’ αγαπώ, πιστά και φευγαλέα.
Σμίγω με τη θάλασσα.
[...]

Μερικές νύχτες που η γλυκύτητά τους παρατείνεται, ναι, μπορούμε άφοβα να πεθάνουμε τότε, ξέροντας πως τούτες οι νύχτες θα ξανάρθουν ύστερα από μας πάνω στη γη και στη θάλασσα.
Απέραντη θάλασσα, πάντα οργωμένη, πάντα παρθένα, η θρησκεία μου μαζί με τη νύχτα!
Μας πλένει και μας χορταίνει στα στείρα αυλάκια της, μας ελευθερώνει και μας κρατάει ορθούς.
Σε κάθε κύμα μια υπόσχεση, πάντα η ίδια.
Τι λέει το κύμα;
Αν θα 'πρεπε να πεθάνω περιστοιχισμένος από κρύα βουνά, αγνοημένος από τον κόσμο, δίχως την αγάπη των δικών μου, εξουθενωμένος τέλος, η θάλασσα, την ύστατη στιγμή, θα γέμιζε το κελί μου, θα ερχόταν να με συγκρατήσει πάνω από το είναι μου και να με βοηθήσει να πεθάνω χωρίς μίσος.
[...]
Ο χώρος και η σιωπή σμίγουν και γίνονται βάρος στην καρδιά.
Μια ξαφνική αγάπη, ένα μεγάλο έργο, μια αποφασιστική πράξη, μια σκέψη που μεταμορφώνει προκαλούν σε ορισμένες στιγμές την ίδια ανυπόφορη αγωνία, ανάμεικτη μ’ ακαταμάχητα θέλγητρα.
Γλυκιά υπαρξιακή αγωνία, εξαίσιο άγγιγμα ενός κινδύνου που δεν ξέρουμε τ’ όνομά του, το ότι ζω σημαίνει άραγε πως τρέχω προς το χαμό μου;
Ας τρέξουμε πάλι χωρίς ανάπαυλα προς το χαμό μας.
Είχα πάντα την αίσθηση πως ζούσα στο πέλαγος, σε κίνδυνο, στην καρδιά μιας μεγαλόπρεπης ευτυχίας.
 
Αλμπέρ Καμύ «Το καλοκαίρι»
Μετάφραση Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν. Εκδόσεις Πατάκη, 1996

Μπουκάι: «Επιλέγω και αναλαμβάνω την ευθύνη των επιλογών μου»

Από ότι φαίνεται, συνεχίζεις να πιστεύεις πως τα «γιατί» χρησιμεύουν σε κάτι!

Εντάξει, στην πραγματικότητα σε κάτι χρησιμεύουν...
Χρησιμεύουν για να δίνω εξηγήσεις...

Για να δικαιολογούμαι...
Για να αποποιούμαι τις ευθύνες μου...
Για να κρύβομαι πίσω από τις λέξεις...
Για να ζητώ να με συγχωρήσουν...
Για να αποφεύγω τα συναισθήματά μου...
Για να καλύπτω το παρόν πίσω από το παρελθόν.

«Πρώτον, οι αναμνήσεις σου θα μπορούσαν να είναι ψευδείς και να έχουν δημιουργηθεί τεχνητά. Σε τελική ανάλυση, το παρελθόν μας είναι μια υπόθεση, μια φαντασία, μια εξήγηση για το πώς τα πράγματα έφτασαν να είναι σήμερα».

Συν τοις άλλοις, οι αναμνήσεις σου ισχύουν εδώ και τώρα, όχι εκεί και τότε.

Η ανάμνηση είναι χρήσιμη, στ’ αλήθεια χρήσιμη μερικές φορές.

Όχι όμως όταν στηρίζω τη ζωή μου πάνω της.
Όχι όταν εξαρτώμαι από αυτήν.
Όχι όταν λέω: «εμένα έτσι μου τα μάθανε...» «Μια ζωή έτσι κάνω...» «Εμείς σπίτι μας πάντα έτσι κάναμε...»


Αυτό που εγώ –κι άλλοι σαν εμένα (θεραπευτές εννοεί) – θέλουμε να κάνουμε είναι να βοηθήσουμε τη συμπεριφορά μας να απελευθερωθεί αληθινά από τους περιορισμούς και να επιστρέψουμε στο άτομο την ελευθερία του και την ικανότητα να αποφασίζει, να δρα, να ζει...

Σε τελική ανάλυση, να επανακτήσει την ικανότητά του να επιλέξει. 
Να επιλέγει και να αναλαμβάνει την ευθύνη των επιλογών του.
Και μιλάω για επιλογή. 
Όχι για διαλογή.

Δεν λέω να απορρίπτουμε τις ανεπιθύμητες πιθανότητες και να κρατάμε ότι απομένει. Επιλέγω και αναλαμβάνω την ευθύνη των επιλογών μου.

Προσοχή, όμως, δεν είμαι υπεύθυνος για όσα αισθάνομαι (ναι, είμαι υπεύθυνος για τον χειρισμό των αισθημάτων μου, αλλά όχι, δεν είμαι υπεύθυνος για ότι αισθάνομαι), γιατί αυτό που νιώθω δεν το επιλέγω εγώ, γιατί δεν υπάρχει τίποτα που να μπορώ να κάνω για να νιώσω κάτι διαφορετικό από αυτό που νιώθω.

Χόρχε Μπουκάι, Γράμματα στην Κλαούντια

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

Όμορφα Χριστούγεννα να έχουμε
με την ελπίδα  να καταλάβουμε  
ότι η ευτυχία μας περνάει  μέσα από την ευτυχία των άλλων
και όχι μέσα από την δυστυχία τους. 
Ας μάθουμε επιτέλους να δίνουμε,χωρίς να το διαφημίζουμε...
από υλικά αγαθά μεχρι αισθήματα...μοιραστείτε,αγαπήστε...

Καλά Χριστούγεννα με ΥΓΕΙΑ, ΑΓΑΠΗ, ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ, ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ