Υπάρχουν στιγμές που η ζωή μοιάζει με μια παλιά κινηματογραφική μπομπίνα.
Την πιάνεις στα χέρια σου ύστερα από χρόνια, τη βάζεις ξανά στη μηχανή προβολής και οι εικόνες αρχίζουν να ζωντανεύουν.
Κάποιες σε συγκινούν όπως την πρώτη φορά. Άλλες σε κάνουν να χαμογελάς αμήχανα, αναρωτώμενος τι ήταν αυτό που είχες δει τότε και σε είχε αγγίξει τόσο βαθιά.
Έτσι ένιωσα, επιστρέφοντας ύστερα από επτά χρόνια στο blog που δημιούργησα πριν από δεκαοκτώ.
Τότε δεν ήθελα να γράψω την ιστορία μου.
Ήθελα να διασώσω τις ιστορίες των άλλων.
Κείμενα που με ταξίδευαν, με ταρακουνούσαν, μου άνοιγαν παράθυρα σε κόσμους που δεν είχα ακόμη ανακαλύψει. Ήταν ο δικός μου τρόπος να κρατήσω ζωντανές τις λέξεις που άφησαν μέσα μου ένα ίχνος.
Σήμερα, διαβάζοντάς τες ξανά, αντιλαμβάνομαι ότι το κείμενο δεν άλλαξε.
Εγώ άλλαξα.
Ο χρόνος είναι ο πιο απαιτητικός σκηνοθέτης. Δεν ζητά δεύτερη λήψη.
Δεν διορθώνει τα λάθη στο μοντάζ.
Απλώς σε οδηγεί από σκηνή σε σκηνή, μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι ο άνθρωπος που βλέπεις στην αρχή της ταινίας δεν είναι ο ίδιος με εκείνον που εμφανίζεται στο τέλος.
Θέλω να πιστεύω ότι αυτές οι αλλαγές με έκαναν καλύτερο.
Όχι τέλειο.
Καλύτερο.
Γιατί, αν η ζωή έχει κάποιο νόημα, ίσως είναι αυτό: να εξελισσόμαστε.
Να αφήνουμε πίσω μας λίγη από την αφέλεια, να κρατάμε την ευαισθησία και να αποκτούμε περισσότερη κατανόηση για τον άνθρωπο.
Για τον διπλανό μας, αλλά και για τον ίδιο μας τον εαυτό.
Είμαι άνθρωπος της εικόνας.
Ως εικονολήπτης και κινηματογραφιστής έχω μάθει να αφηγούμαι ιστορίες με το φως, τις σκιές, τις σιωπές και τα βλέμματα.
Ξέρω πόσα μπορεί να πει ένα πρόσωπο χωρίς να αρθρώσει ούτε μία λέξη.
Κι όμως, όσο περισσότερο γνώριζα την εικόνα, τόσο περισσότερο θαύμαζα εκείνους που δεν είχαν ανάγκη από αυτήν.
Εκείνους που δημιουργούν εικόνες μόνο με τις λέξεις.
Εκείνους που μπορούν να χτίσουν ολόκληρους κόσμους μέσα σε λίγες παραγράφους.
Να σε κάνουν να δεις πρόσωπα που δεν γνώρισες ποτέ, να ακούσεις σιωπές που δεν ηχογραφήθηκαν ποτέ, να αισθανθείς συναισθήματα που δεν έζησες, αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο μοιάζουν δικά σου.
Τους αποκαλώ γητευτές των λέξεων.
Γιατί η πένα τους δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα. Τη φωτίζει από μια διαφορετική γωνία, όπως ένας διευθυντής φωτογραφίας αλλάζει μια ολόκληρη σκηνή μετακινώντας έναν μόνο προβολέα.
Δεν επιδιώκουν να σε πείσουν. Σε προσκαλούν να σκεφτείς. Να αμφισβητήσεις. Να κοιτάξεις λίγο πιο πέρα από το προφανές.
Και όταν ένα κείμενο καταφέρνει να αλλάξει, έστω και για λίγο, τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τον κόσμο, τότε έχει πετύχει κάτι σπάνιο: έχει αφήσει μέσα σου ένα νέο καρέ.
Αυτό το blog επιστρέφει, λοιπόν, όχι για να αναπολήσει το παρελθόν, αλλά για να συνεχίσει την προβολή.
Θα συνεχίσω να μοιράζομαι κείμενα που με συγκινούν, που με προβληματίζουν, που με κάνουν να σταματώ για λίγο και να σκέφτομαι.
Γιατί πιστεύω πως οι λέξεις, όταν γράφονται με αλήθεια, έχουν την ίδια δύναμη που έχει μια μεγάλη κινηματογραφική σκηνή: μένουν μέσα σου πολύ μετά την πτώση των τίτλων τέλους.
Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που εξακολουθούν να γοητεύουν τον κόσμο με τις λέξεις τους, θα υπάρχουν πάντα ιστορίες που αξίζει να διαβαστούν.
Όπως υπάρχουν ταινίες που αξίζει να τις βλέπεις ξανά και ξανά, γιατί κάθε προβολή αποκαλύπτει κάτι καινούργιο για την ταινία... αλλά κυρίως για τον θεατή.





