Υπάρχουν στιγμές που η ζωή μοιάζει με μια παλιά κινηματογραφική μπομπίνα.
Την πιάνεις στα χέρια σου ύστερα από χρόνια, τη βάζεις ξανά στη μηχανή προβολής και οι εικόνες αρχίζουν να ζωντανεύουν.
Κάποιες σε συγκινούν όπως την πρώτη φορά. Άλλες σε κάνουν να χαμογελάς αμήχανα, αναρωτώμενος τι ήταν αυτό που είχες δει τότε και σε είχε αγγίξει τόσο βαθιά.
Έτσι ένιωσα, επιστρέφοντας ύστερα από επτά χρόνια στο blog που δημιούργησα πριν από δεκαοκτώ.
Τότε δεν ήθελα να γράψω την ιστορία μου.
Ήθελα να διασώσω τις ιστορίες των άλλων.
Κείμενα που με ταξίδευαν, με ταρακουνούσαν, μου άνοιγαν παράθυρα σε κόσμους που δεν είχα ακόμη ανακαλύψει. Ήταν ο δικός μου τρόπος να κρατήσω ζωντανές τις λέξεις που άφησαν μέσα μου ένα ίχνος.
Σήμερα, διαβάζοντάς τες ξανά, αντιλαμβάνομαι ότι το κείμενο δεν άλλαξε.
Εγώ άλλαξα.
Ο χρόνος είναι ο πιο απαιτητικός σκηνοθέτης. Δεν ζητά δεύτερη λήψη.
Δεν διορθώνει τα λάθη στο μοντάζ.
Απλώς σε οδηγεί από σκηνή σε σκηνή, μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι ο άνθρωπος που βλέπεις στην αρχή της ταινίας δεν είναι ο ίδιος με εκείνον που εμφανίζεται στο τέλος.
Θέλω να πιστεύω ότι αυτές οι αλλαγές με έκαναν καλύτερο.
Όχι τέλειο.
Καλύτερο.
Γιατί, αν η ζωή έχει κάποιο νόημα, ίσως είναι αυτό: να εξελισσόμαστε.
Να αφήνουμε πίσω μας λίγη από την αφέλεια, να κρατάμε την ευαισθησία και να αποκτούμε περισσότερη κατανόηση για τον άνθρωπο.
Για τον διπλανό μας, αλλά και για τον ίδιο μας τον εαυτό.
Είμαι άνθρωπος της εικόνας.
Ως εικονολήπτης και κινηματογραφιστής έχω μάθει να αφηγούμαι ιστορίες με το φως, τις σκιές, τις σιωπές και τα βλέμματα.
Ξέρω πόσα μπορεί να πει ένα πρόσωπο χωρίς να αρθρώσει ούτε μία λέξη.
Κι όμως, όσο περισσότερο γνώριζα την εικόνα, τόσο περισσότερο θαύμαζα εκείνους που δεν είχαν ανάγκη από αυτήν.
Εκείνους που δημιουργούν εικόνες μόνο με τις λέξεις.
Εκείνους που μπορούν να χτίσουν ολόκληρους κόσμους μέσα σε λίγες παραγράφους.
Να σε κάνουν να δεις πρόσωπα που δεν γνώρισες ποτέ, να ακούσεις σιωπές που δεν ηχογραφήθηκαν ποτέ, να αισθανθείς συναισθήματα που δεν έζησες, αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο μοιάζουν δικά σου.
Τους αποκαλώ γητευτές των λέξεων.
Γιατί η πένα τους δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα. Τη φωτίζει από μια διαφορετική γωνία, όπως ένας διευθυντής φωτογραφίας αλλάζει μια ολόκληρη σκηνή μετακινώντας έναν μόνο προβολέα.
Δεν επιδιώκουν να σε πείσουν. Σε προσκαλούν να σκεφτείς. Να αμφισβητήσεις. Να κοιτάξεις λίγο πιο πέρα από το προφανές.
Και όταν ένα κείμενο καταφέρνει να αλλάξει, έστω και για λίγο, τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τον κόσμο, τότε έχει πετύχει κάτι σπάνιο: έχει αφήσει μέσα σου ένα νέο καρέ.
Αυτό το blog επιστρέφει, λοιπόν, όχι για να αναπολήσει το παρελθόν, αλλά για να συνεχίσει την προβολή.
Θα συνεχίσω να μοιράζομαι κείμενα που με συγκινούν, που με προβληματίζουν, που με κάνουν να σταματώ για λίγο και να σκέφτομαι.
Γιατί πιστεύω πως οι λέξεις, όταν γράφονται με αλήθεια, έχουν την ίδια δύναμη που έχει μια μεγάλη κινηματογραφική σκηνή: μένουν μέσα σου πολύ μετά την πτώση των τίτλων τέλους.
Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που εξακολουθούν να γοητεύουν τον κόσμο με τις λέξεις τους, θα υπάρχουν πάντα ιστορίες που αξίζει να διαβαστούν.
Όπως υπάρχουν ταινίες που αξίζει να τις βλέπεις ξανά και ξανά, γιατί κάθε προβολή αποκαλύπτει κάτι καινούργιο για την ταινία... αλλά κυρίως για τον θεατή.
Ακόμη
κι εκείνος που πιστεύει πως παραμένει ο ίδιος, έχει ήδη αλλάξει μέσα από τις
εμπειρίες, τις χαρές, τις απογοητεύσεις, τις απώλειες και τις ελπίδες του.
Η ζωή
μοιάζει με ένα ποτάμι.
Από τη στιγμή που γεννιόμαστε, το ρεύμα μάς
παρασύρει σε ένα αδιάκοπο ταξίδι.
Στην
αρχή κρατιόμαστε από τα χέρια των άλλων.
Ύστερα
μαθαίνουμε να στεκόμαστε μόνοι μας.
Κάποια
στιγμή πιστεύουμε πως γνωρίζουμε τα πάντα, μέχρι που η ίδια η ζωή, με τη σοφία
αλλά και τη σκληρότητά της, μας υπενθυμίζει πόσα ακόμη έχουμε να μάθουμε.
Ίσως,
τελικά, αυτός να είναι ο πραγματικός σκοπός της ύπαρξής μας.
Όχι να
περάσουμε απλώς από τη ζωή, αλλά να εξελιχθούμε μέσα από αυτήν.
Να
γίνουμε λίγο πιο σοφοί, λίγο πιο ταπεινοί, λίγο πιο ανθρώπινοι από ό,τι ήμασταν
χθες.
Δεν
γεννιόμαστε ολοκληρωμένοι.
Διαμορφωνόμαστε
καθημερινά.
Κάθε
άνθρωπος που συναντάμε, κάθε λάθος που κάνουμε, κάθε δυσκολία που ξεπερνάμε,
αφήνει πάνω μας ένα μικρό αποτύπωμα. Άλλοτε μας πληγώνει, άλλοτε μας δυναμώνει,
πάντοτε όμως μας αλλάζει.
Οι πιο
πολύτιμες αλλαγές δεν φαίνονται στον καθρέφτη.
Φαίνονται
στον τρόπο που μιλάμε, που συγχωρούμε, που αγαπάμε.
Φαίνονται
όταν επιλέγουμε να απλώσουμε το χέρι αντί να γυρίσουμε την πλάτη.Όταν
ακούμε πριν κρίνουμε.Όταν
προσφέρουμε χωρίς να περιμένουμε ανταμοιβή.
Σε έναν
κόσμο που συχνά μετρά την αξία με αριθμούς, χρήματα και κοινωνική αναγνώριση,
ξεχνάμε πως η ουσία της ζωής βρίσκεται αλλού.
Βρίσκεται
στις στιγμές που δεν φωτογραφίζονται.
Στις
σιωπηλές πράξεις καλοσύνης.
Στην
αγκαλιά που δόθηκε την κατάλληλη στιγμή.
Στη
λέξη που κράτησε κάποιον όρθιο όταν όλα γύρω του κατέρρεαν.
Η
κοινωνία δεν αλλάζει μόνο με μεγάλες επαναστάσεις.Αλλάζει
κάθε φορά που ένας άνθρωπος αποφασίζει να γίνει καλύτερος από τον εαυτό του. Κάθε φορά που η ευγένεια νικά την αδιαφορία, η
προσφορά νικά τον εγωισμό και η αγάπη υπερνικά τον φόβο.
Και
ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ευθύνη που έχουμε απέναντι στις επόμενες
γενιές.
Να τους παραδώσουμε έναν κόσμο λίγο πιο
ανθρώπινο από εκείνον που παραλάβαμε.
Όχι τέλειο — γιατί η τελειότητα δεν ανήκει
στον άνθρωπο — αλλά πιο δίκαιο, πιο συμπονετικό, πιο φωτεινό.
Όσο
μεγαλώνουμε, αλλάζουν και οι ερωτήσεις που κάνουμε στον εαυτό μας.
Στα
νιάτα αναρωτιόμαστε τι θα γίνουμε.
Στη
μέση της διαδρομής τι καταφέραμε.
Και
όταν ο χρόνος αρχίζει να αποκτά μεγαλύτερη αξία από τα χρόνια που απομένουν,
γεννιέται μια διαφορετική, βαθύτερη ερώτηση.
Ποιο είναι το αποτύπωμα που θα αφήσω όταν φύγω;
Δεν
είναι μια ερώτηση που αφορά το τέλος της ζωής.
Είναι
μια ερώτηση που θα έπρεπε να μας συνοδεύει κάθε πρωί όταν ανοίγουμε τα μάτια
μας.
Γιατί
το αποτύπωμά μας δεν είναι το σπίτι που χτίσαμε, ούτε ο τραπεζικός λογαριασμός
που αφήσαμε πίσω μας.
Δεν
είναι οι τίτλοι που αποκτήσαμε ούτε οι διακρίσεις που κρεμάσαμε στον τοίχο.
Το
αποτύπωμά μας είναι οι άνθρωποι που ένιωσαν ασφαλείς δίπλα μας.
Είναι
τα παιδιά που μεγαλώσαμε με αξίες.
Είναι
οι φίλοι που βρήκαν παρηγοριά στα λόγια μας.
Είναι
τα χαμόγελα που προκαλέσαμε χωρίς ποτέ να το μάθουμε.
Είναι
οι καρδιές που άγγιξε η παρουσία μας.
Στο
τέλος, ίσως κανείς να μη θυμάται όλα όσα είπαμε.
Ίσως να
ξεχάσουν ακόμη και πολλά από όσα κάναμε.
Δύσκολα όμως ξεχνά κανείς πώς τον έκανε
κάποιος να αισθανθεί. Εκεί κρύβεται η αληθινή κληρονομιά κάθε ανθρώπου.
Ο
χρόνος θα συνεχίσει να κυλά. Νέοι άνθρωποι θα γεννηθούν, άλλοι θα φύγουν, οι
εποχές θα αλλάξουν, οι πόλεις θα μεταμορφωθούν και η ζωή θα συνεχίσει αδιάκοπα
τον δρόμο της.
Εμείς
είμαστε απλώς περαστικοί.
Και
ίσως αυτό να μην είναι λυπηρό. Ίσως να είναι ό,τι πιο όμορφο υπάρχει. Γιατί
γνωρίζοντας πως ο χρόνος μας είναι πεπερασμένος, αποκτά αξία κάθε στιγμή που
ζούμε με αγάπη, αξιοπρέπεια και προσφορά.
Αν
κάποτε, όταν θα κλείνει ο κύκλος της δικής μας διαδρομής, μπορέσουμε να
κοιτάξουμε πίσω και να πούμε ότι κάναμε έστω μία ζωή λίγο καλύτερη, ότι
απαλύναμε έστω έναν πόνο, ότι ανάψαμε έστω ένα μικρό φως μέσα στο σκοτάδι
κάποιου ανθρώπου, τότε ίσως να έχουμε εκπληρώσει τον βαθύτερο σκοπό της ύπαρξής
μας.
Γιατί
όλα ρέουν.
Μόνο η
καλοσύνη που μοιράσαμε συνεχίζει να ταξιδεύει, πολύ καιρό αφότου εμείς θα
έχουμε φύγει.
*(Αφιερωμένο
σε μια ψυχή που μ’έκανε λίγο καλύτερο άνθρωπο...ξέρει αυτή...
Η λέξη «σπείρα» στην ελληνική γλώσσα έχει δύο βασικές έννοιες, που ενώ φαίνονται διαφορετικές, έχουν κάτι κοινό: τη δύναμη της σύνδεσης.
Η πρώτη έννοια είναι η σπειροειδής μορφή, η καμπύλη που ξεκινά από ένα σημείο και συνεχίζει να αναπτύσσεται προς τα έξω ή προς τα μέσα. Τη συναντάμε στη φύση, στα κοχύλια, στους γαλαξίες, στο DNA, ακόμη και στην ίδια την πορεία της ζωής. Η σπείρα συμβολίζει την εξέλιξη, την αναζήτηση, την επιστροφή στις ίδιες ιδέες από μια νέα οπτική γωνία. Δεν είναι ένας κλειστός κύκλος· είναι μια συνεχής πορεία γνώσης και εμπειριών.
Η δεύτερη έννοια της λέξης είναι η ομάδα ανθρώπων που ενεργεί οργανωμένα, η γνωστή «σπείρα». Στη σύγχρονη καθημερινή χρήση η λέξη συνδέεται συχνά με εγκληματικές ομάδες, όμως η ίδια η έννοια δεν περιορίζεται μόνο σε αυτό. Περιγράφει ανθρώπους που δρουν συλλογικά, με κοινό σκοπό και κοινή κατεύθυνση.
Γιατί, λοιπόν, διάλεξα τον τίτλο «Η ΣΠΕΙΡΑ» για αυτό το ιστολόγιο;
Επειδή θέλω να δώσω στη λέξη μια διαφορετική διάσταση.
Οραματίζομαι μια σπείρα ανθρώπων που σκέφτονται. Μια παρέα που δεν φοβάται να προβληματιστεί, να διαφωνήσει, να αναζητήσει την αλήθεια και να ανταλλάξει ιδέες. Μια κοινότητα όπου κάθε άρθρο, κάθε σκέψη και κάθε προβληματισμός γίνεται η αφορμή για έναν νέο κύκλο συζήτησης.
Το ιστολόγιο αυτό θα λειτουργεί σαν ένα προσωπικό ημερολόγιο. Εδώ θα καταγράφω τις σκέψεις μου, τις εμπειρίες μου, τους προβληματισμούς μου για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Παράλληλα, θα δημοσιεύω άρθρα, κείμενα και ιδέες που συναντώ στο διαδίκτυο και θεωρώ ότι αξίζει να διαβαστούν, γιατί αποτελούν πραγματική τροφή για σκέψη.
Δεν φιλοδοξώ να πείσω κανέναν ότι κατέχω την αλήθεια. Αντίθετα, πιστεύω πως η αλήθεια γεννιέται μέσα από τον διάλογο, την ανταλλαγή απόψεων και την ελεύθερη σκέψη.
Η σπείρα, άλλωστε, δεν τελειώνει ποτέ. Κάθε στροφή της οδηγεί σε μια καινούρια προοπτική, σε μια νέα ερώτηση, σε μια διαφορετική απάντηση. Έτσι θέλω να είναι και αυτό το ιστολόγιο: μια συνεχής πορεία αναζήτησης, γνώσης και προβληματισμού.
Αν μέσα από αυτές τις σελίδες ένας άνθρωπος σταματήσει για λίγο, διαβάσει ένα κείμενο και αναρωτηθεί «μήπως υπάρχει και μια άλλη οπτική;», τότε ο σκοπός αυτού του blog θα έχει ήδη επιτευχθεί.
Καλώς ήρθες στη ΣΠΕΙΡΑ.
Εδώ οι σκέψεις δεν κλείνουν κύκλους. Δημιουργούν νέους.
Διαβάστε
ένα ενδιαφέρον απόσπασμα από ομιλία του ελληνιστή, Perdo Olalla,
που
εκφώνησε στην Ημερίδα Κλασσικού Πολιτισμού του Σαγούντο της Ισπανίας, με
αφορμή την πρόταση κατάργησης του μαθήματος των ελληνικών στην ισπανική
εκπαίδευση, στην οποία και εναντιώθηκε: «Θα
χάσουμε αν αποκηρύξουμε το ελληνικό στοιχείο μέσα μας. Και για όσους
νομίζουν ότι δεν είναι κάτι το σπουδαίο, επιδιώκοντας να μας ελαφρύνουν
από αυτό το “νοσταλγικό φορτίο”, τους ρωτώ: Αν
αποκηρύτταμε το ελληνικό στοιχείο τι θα κερδίζαμε; Θα μπορούσε αυτή η
απώλεια να δικαιολογηθεί και να αντισταθμιστεί από την προοπτική κάποιου
ενδεχόμενου κέρδους; Στο όνομα τίνος προτείνεται η ταφή του Ελληνισμού;
Ειλικρινά αυτό που πιστεύω ότι κάνει ένα πολιτισμό μεγάλο, είναι η
ικανότητά του να εξελίσσεται και να εμπνέει κάτι το καινούριο. Και
αυτό ακριβώς μας έχει αφήσει η Ελλάδα. (…) Η Ελλάδα ως κληρονομιά, ως
πρόκληση και ως θέληση, ανέκαθεν μας ωθούσε στο να γίνουμε καλύτεροι.
Και ξεχνώντας την, αφαιρώντας από τις επόμενες γενιές την ευκαιρία να
γνωρίζουν το κληροδότημα και την στάση της, θα ελαχιστοποιήσουμε την
πιθανότητα, να οικοδομηθεί μελλοντικά ένας κόσμος διαφορετικός. Κάτι που
να μην είναι απλώς το διεστραμμένο προϊόν της καταπίεσης και του
ψεύδους». Σημαντικότατα
λόγια από τον Olalla, τα οποία κανονικά θα έπρεπε να προβάλλονται στα
απανταχού ελληνικά σχολεία. Μην τυχόν όμως και σηκώσουν κεφάλι οι
Έλληνες! Μην τυχόν και πάρουν λίγη δύναμη στις δύσκολες στιγμές!
Δείτε ολόκληρο το ντοκιμαντέρ του Ισπανού ελληνιστή για την Ελλάδα:
Τα βίντεο Αλκυών Πλειάδες είναι ειδήσεις από όλον τον κόσμο με την μορφή μηνιαίου ντοκιμαντέρ για τους μήνες (Ιούνιος
- Ιούλιος). Οι πηγές του ποικίλουν από ειδησεογραφικά μέσα,
παρουσιαστές, ερευνητές, συνεντεύξεις ειδικών και άλλες.
Τα συμβατικά ΜΜΕ
σιωπούν για τα περισσότερα από αυτά είτε τα διαστρεβλώνουν είτε τα
περνάνε σε "ψιλά γράμματα".
Η σειρά μεταφράζεται στις ακόλουθες γλώσσες
επίσης: Ισπανικά - Αγγλικά - Πορτογαλικά - Γερμανικά - Γαλλικά -
Ιταλικά - Ιαπωνικά - Ρωσικά για να ενημερώνεται όλος ο κόσμος στο που
οδηγείται και από ποιους!!!
Λιαντίνης: Μας δίδαξαν πως ο Χριστιανισμός συμπλήρωσε τον Ελληνισμό. Τι Δεν μας Δίδαξαν…
Μας δίδαξαν πως ο Χριστιανισμός ήρθε
και συμπλήρωσε τον Ελληνισμό. Πως με τις νέες ιδέες κάλυψε τα κενά,
θεράπευε τις ατέλειες και τα λάθη, ολοκλήρωσε την οπτική και τη θεωρία
του, και βάθυνε τα αμμώδη και τα ρηχά της προβληματικής των Ελλήνων.
Πως
πράυνε τη σκληρότητα και μάλαξε την αγερωχία τους για τον άνθρωπο,
στρογγύλεψε τις ακμές και τις οξείες της ελληνικής περηφάνειας, και
ημέρωσε την τραχύτητα της ανθρώπινης πράξης.
Μ’ έναν λόγο, πως
εξευγένισε τη γενική λειτουργία και έκφραση του βιοτικού τρόπου των
Ελλήνων…
Διδάσκοντας
οι δάσκαλοι τα αρχαία ελληνικά, μας έμαθαν να βλέπουμε ερμηνευτικά
τους Έλληνες κάτω από τα τσακίσματα και τους ρυθμούς των χριστιανών.
Αυτό σημαίνει, πως αν οι δάσκαλοι από την άποψη της ουσίας παραχάραξαν
το ελληνικό νόμισμα, από την άποψη της μορφής ο τρόπος που ερμήνευαν
στη συνέχεια τους Έλληνες ήταν να διαθέσουν το κίβδηλο χρήμα στην αγορά
από όλες τις τράπεζες του κόσμου.
Η υφήλιος γιόμισε κάλπικη μονέδα.
Σύμφωνα με την τακτική αυτή, κάθε αποτίμηση ελληνικού στοιχείου έπρεπε
να περνά μέσα από τους ηθμούς της χριστιανικής λογικής, της
χριστιανικής ηθικής, και της χριστιανικής αισθητικής.
Οι αρχαίοι κίονες
γίνανε πέτρες, για να χτιστούν οι τοίχοι των νέων ναών…
Το
δίκαιο των ανθρώπινων νόμων δεν είναι να μας χαρίζουν το μεγαλύτερο
καλό, αλλά να μας φυλάγουν μέσα στο μικρότερο κακό.
Ο νόμος των
ανθρώπων δεν φιλοδοξεί να μου προσφέρει τον Παράδεισο. Του στέκεται
αρκετό να αποτρέψει την Κόλαση να γκρεμιστεί απάνω μου.
Μια βασική θέση
των Ελλήνων, που είναι και η παιδαγωγική της φυσικότητας και της
υγείας, λέει πως, είμαι ευτυχισμένος στο βαθμό που δεν είμαι
δυστυχισμένος.
Αν θέλουμε να
βρισκόμαστε σύμμετροι με την πραγματικότητα, και όχι με τις αφελείς
επιθυμίες μας, τότε θα δεχθούμε ότι μέσα στην ανθρώπινη φύση
περιπλεονάζει η φαυλότητα και το στοιχείο της άρνησης.
Μία από τις δέκα
θεμελιώδεις προτάσεις των Ελλήνων, που τη βάζουν μάλιστα και στο στόμα
των εφτά σοφών, λέει:
«Οι πλείστοι άνθρωποι κακοί».
Και στη νεότερη εποχή το ίδιο νόημα μας το ‘δωκε η απαρηγόρητη διατύπωση του Χόμπς:
«Ο άνθρωπος είναι λύκος για τον συνάνθρωπο».
Σε μια τέτοια λοιπόν πραγματικότητα να πασχίζεις να εφαρμόσεις το
«αγαπάτε αλλήλους» των χριστιανών είναι σαν να βάζεις φωτιά και να ζητάς
να πυρπολήσεις τον χιονισμένο κάμπο…
Σχετικά
με την αγάπη, την παρούσα στους χριστιανούς και την απούσα στους
Έλληνες, αν θέλουμε να βρισκόμαστε σύμμετροι, όχι με την πλάνη και την
υποκρισία, αλλά με την αλήθεια και την εντιμότητα, θα υποχρεωθούμε να
αναδιατάξουμε τις θέσεις μας από τα θεμέλιά τους.
Για τους Έλληνες
αγάπη είναι η υποταγή στη φυσική και στην ηθική τάξη·
αυτό που
διαφορετικά το περιγράψανε με τη μεγαλώνυμη λέξη της Δίκης·
να
επιδικάζεις στον άνθρωπο την τιμή του·
να μη γίνεσαι υπέρογκος και
υβριστής απέναντι στους νόμους της φύσης και στους νόμους των ανθρώπων
να κατέχεις και να δείχνεις τη νόστιμη και τη μέτρια ανθρωπιά·
αυτό που
οι Ευρωπαίοι ερμηνευτικά το βάφτισαν Ουμανισμό.
Και όλα αυτά χωρίς
γλυκασμούς και χωρίς ηχηρότητα.
Με γνώση, με πίκρα και με βούληση.
Για
τους Έλληνες, δηλαδή, αγάπη δε σημαίνει να δίνεις τον ένα από τους δύο
χιτώνες σου.
Αλλά να μην επιτρέπεις στον εαυτό σου να ‘χει τρεις
χιτώνες, όταν ο διπλανός δεν έχει κανέναν.
Η θέση των χριστιανών να
δίνεις από τα δύο το ένα σε ‘κείνον που δεν έχει κανέναν, είναι η
νοσηρή αντίδραση απέναντι στους νοσηρούς όρους.
Η ελεημοσύνη δεν
ταιριάζει στον αξιοπρεπή και τον περήφανο άνθρωπο.
Γιατί ζητεί να λύσει
το πρόβλημα προσωρινά, και εκ των ενόντων να «κουκουλώσει» μια
κοινωνική αταξία.
Ενώ η θέση των Ελλήνων να μην αποκτήσεις τρία, όταν ο
δίπλα σου δεν έχει ούτε ένα, είναι η υγεία.
Σου υποδείχνει να
προλαβαίνεις στοχαστικά, για να μη χρειάζεσαι ύστερα να γιατροπορεύεις
ατελέσφορα.
Άλλωστε η θέση αυτή είναι, αλλιώτικα, η βάση εκείνης της
υπέροχης σύλληψης στο κοινωνικό πρόβλημα, που οι Έλληνες την είπανε
δημοκρατία.
Ξέρεις άλλη λέξη με πιο αδρή, πιο γόνιμη, πιο πλούσια, πιο
σοφή, και πιο έμορφη αν θέλεις ουσία από τη λέξη δημοκρατία;
Εγώ δεν
ξέρω.
Και γράμματα γνωρίζω, που λένε στα δικαστήρια.
Αυτή
την πρωταρχική συμπεριφορά των Ελλήνων, που προφταίνει να σε φυλάγει
από τη διολίσθηση στο ηθικό χάος, ο Αριστοτέλης τη χάραξε σε μια
πρόταση μαρμάρινη.
Μοιάζει με τις εξισώσεις που διατυπώνουν οι μεγάλοι
φυσικοί:
«Ο αλτρουισμός», λέει, «είναι στον ίδιο βαθμό λανθασμένη προκατάληψη με τον εγωισμό».
Ο αλτρουισμός των χριστιανών όμως δεν είναι τέτοιο δώρο.
Αλλά είναι η
πρόφαση για να διαιωνίζεται ο εγωισμός τους.
Σκέφτηκες ποτέ πόσο
ατιμωτική είναι για σένα η στιγμή που ελεείς το διακονιάρη;
Πώς
επιτρέπεις, και πώς ανέχεσαι την υπεροχή σου απέναντί του;
Η ελεημοσύνη
σου τον φτύνει καταπρόσωπα.
Οι
χριστιανοί ποτέ δε θα μπορούσαν να πουν αυτό τον λόγο του Αριστοτέλη.
Γιατί έρχονται να διακονήσουν την αρρώστεια.
Δεν έρχονται να
στεφανώσουν την υγεία.
Η πρόταση του Αριστοτέλη είναι ο λόγος ο φυσικός
και ο ολόκληρος.
Αντίθετα, το «αγαπάτε αλλήλους» των χριστιανών είναι η
θέση η μισή και η αφύσικη.
Γιατί ο άνθρωπος δεν αγαπά μόνο, αλλά
εξίσου μισεί.
Πράγμα που είναι και το φυσικό και το καθημερινά
συμβαίνον…
Ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να μισήσει ποτέ, μοιάζει με τη
σκύλα που δεν μάχεται τον λύκο, σαν έρχεται επίβουλα στο μαντρί, αλλά
ζευγαρώνει μαζί του.
Έτσι όμως ποιος θα φυλάξει τα πρόβατα;
Επειδή η διδασκαλία των χριστιανών
αγνόησε ή παράβλεψε αυτό το δεύτερο φυσικό μισό, η φύση και τα πράγματα
την τιμώρησαν με τη χειρότερη τιμωρία.
Την έκαμαν στα λόγια να γίνεται
διδασκαλία απλότητας και αγάπης, και στην πράξη να μένει συμπεριφορά
πονηρίας και μίσους.
Αυτό το αναποδογύρισμα στα σκοτεινά το περιγράφει η
περίφημη υποκρισία των χριστιανών, που συνέχεια τη βλέπουμε γύρω μας,
και συνέχεια την παραβλέπουμε αδιάφορα.
Η υποκρισία των χριστιανών μας
είναι καθημερινή και βραδυνή και μεσημβρινή. Μας παραστέκει όπως το
νερό που πίνουμε, και μας κυκλώνει όπως ο αέρας που ανασαίνουμε.
Θα
φέρω δύο δείγματα, για να δείξω ότι αυτό το μίσος είναι η οξύτερη
μορφή εχθροπάθειας, που μπόρεσε να ξεδιπλώσει η ανθρώπινη φύση.
Το ένα
δείγμα είναι η επινόηση της Κόλασης με τα βασανιστήρια της.
Αναλογίστηκες ποτέ, τι σημαίνει την ώρα που πεθαίνει ο άνθρωπος να του
φορτώνεις τον τρόμο του αιώνιου μαρτυρίου της Κόλασης;
Η ώρα του θανάτου
που κάποτε θα ‘ρθει για τον καθένα μας, ο θάνατος είναι η μοναδική
σταθερά της ανθρώπινης φύσης, είναι μια ώρα απερίγραπτης τραγικότητας.
Γιατί εκείνη τη φοβερή στιγμή ο άνθρωπος εξοφλεί την επιταγή της ζωής.
Εκείνη,
λοιπόν, τη στιγμή της ανεκλάλητης χρείας και της φρικτής εγκατάλειψης
είναι ακριβώς που διάλεξε η Εκκλησία να φορτώσει τον αφελή χριστιανό με
τους αιώνιους τρόμους της Κόλασης:
Θα ζεις, του λέει, αιώνια κλεισμένος σ’ έναν πύρινο τάφο.
Να
φορτώνεις λοιπόν τον άνθρωπο τον αφελή και τον αθώο κάπου, γιατί είναι
το μεγάλο σου θύμα, με τέτοιες φρικτές φαντασίες την πανίερη και την
υπέρτατη και τη φοβερή ώρα που ψυχομαχεί·
την ώρα που δίνει την πιο
άγρια μάχη
-τί ‘ναι μπροστά της τα Γαυγάμηλα και οι Κάννες και η Μάχη
των Εθνών!
- να βγει η ψυχούλα του για να λυτρωθεί από την αγωνία του
θανάτου.
Ερωτώ: Ποιος σατανάς, ποιο ανθρώπινο τέρας, ποιος αρχιτέκτονας
του σκότους και του ουαί θα μπορούσε να δείξει αγριότερο μίσος και να
επινοήσει χειρότερο μαρτύριο για τους ανθρώπους;
Το
άλλο δείγμα μου είναι το κείμενο του αφορισμού της Εκκλησίας.
Ακούστε
τις λέξεις, κοιτάχτε τις σκηνές, και μετρήστε το μίσος που υπάρχει στο
τυπικό του αφορισμού, την ώρα που ξεστομίζεται από το ρύγχος του ιερέα:
«Να
είσαι αφωρισμένος, καταραμένος, και μετά θάνατον άλυτος.
Αι πέτραι και
ο σίδηρος να λυθούν, συ δε μηδαμώς.
Να σχισθή η γη και να σε κοταπίη
ως τον Δαθάν και τον Αβειρών.
Να τρέμης επί γης ως ο Κάιν, και να
απόκτησης την λέπραν του Γιεζή, και την αγχόνην του Ιούδα.
Περιπλέον να
έχης τας αράς των 318 θεοφόρων πατέρων».
Ναι. Τις κατάρες των θεοφόρων πατέρων!
Οι άγιοι, δηλαδή, και ο θεός που
φέρνουν μέσα τους, θεοφόροι για, δεν είναι άλλο παρά χολή και ανάθεμα,
πίσσα, οργή, μισανθρωπία, βρασμός και βρυγμός και τριγμός, καταλαλιά
και αποθηρίωση.
Ίδε η θρησκεία της αγάπης!
Οποίον τρομερόν όπλον!
λέει ο
άγιος Παπαδιαμάντης μας για τον αφορισμό.
Κι ένας άλλος θα μπορούσε να
προσθέσει:
Και ενάντια σε τι ανθρώπους σφεντονίζεται!…
Αν διατάξει κανείς το πρόβλημα της
σχέσης Ελληνισμού και Χριστιανισμού μετωπικά, και το κοιτάξει κατάματα,
θα βρει να κρατήσει δύο κρατούμενα. Το ένα είναι πως η σύνθεση αυτών
των δύο κοσμοθεωριών σε ενότητα συνιστά το ακρότατο σημείο του αφύσικου
μέσα σε ολόκληρη την ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος. Το άλλο είναι
πως η απόπειρα να συνταιριαστούν αυτές οι δύο αταίριαστες ροπές
δυνάμεων συνιστά την κατεξοχήν ερμηνευτική τερατωδία του ευρωπαϊκού
πολιτισμού. Μεγαλύτερη πομφόλυγα, και πιο γελοίο τσαλίμι από αυτό που
ονομάστηκε "Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός" δε θα μπορούσε να σκαρφιστεί
και να σκαρώσει ο άνθρωπος. Βλέπω έναν Τουρκαλβανό, με προβιά και
τουλουπάνι, να πηδοκοπά και να λυγίζει χορεύοντας βαλς στα Χειμερινά
Ανάκτορα της Πετρούπολης την εποχή του Στολύπιν…
Χαλκεύουμε
και τεχνουργούμε το νέο άνθρωπο εκατό τοις εκατό πλαστικό, και εκατό
τοις εκατό αφύσικο. Γιατί αφύσικη και πλαστική ως το μυελό των οστών
της είναι τούτη η περιλάλητη ελληνοχριστιανική σύνθεση. Ενώστε το τραγί
και την έλαφο, και θα ‘χετε τραγέλαφο. Παράλογα και αφύσικα, και
πανούργα και γελοία, ανυπόστατα και καρκινοπαθή, και εγκληματικά και
απάνθρωπα έργα του ανθρώπου ψάχνοντας θα βρούμε πολλά. Η έμπνευση όμως
που είχαν κάποιοι να επιχειρήσουν τη μίξη του Ελληνισμού με τον
Χριστιανισμό, και στη συνέχεια να την ονομάσουνε «εύκρατη κράση», είναι
μία πράξη που μένει σαν η αποθέωση του θράσους, της άγνοιας, της
πανουργίας, και της σύγχυσης των φρενών…
Τι
ορίζει τη διαφορά ανάμεσα στους Έλληνες και στους χριστιανούς;
Μία
διαφορά, που από ένα σημείο και πέρα γίνεται αντίθεση, εναντίωση, ρήξη,
πάλη της φωτιάς με το νερό; Εκείνο που ορίζει τη διαφορά είναι κάτι
απλό και σαφές, όσο και το φύλλο της ελιάς. Αλλά γι’ αυτό ακριβώς είναι
απόλυτο και ακραίο. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο είναι πως οι Έλληνες
οικοδόμησαν έναν κόσμο που στηρίζεται στην παρατήρηση και στη νόηση, ενώ
οι χριστιανοί οικοδόμησαν ένα κόσμο που στηρίζεται στην υπόθεση και
στη φαντασία.
Η παρατήρηση των
Ελλήνων είναι τέτοιας ποιότητας, ώστε πάντα να βεβαιώνεται πρακτικά από
τα συμβαίνοντα στη φύση, και πάντα να αποδεικνύεται χειροπιαστά από το
πείραμα στο εργαστήριο. Λέμε, για παράδειγμα, σήμερα ατομική φυσική,
και ξεκινάμε από το «άτομο» του Δημόκριτου. Και στην ατομική φυσική
τίποτα δεν γίνεται δεκτό από την κοινότητα των φυσικών, εάν
προηγουμένως δεν του δοθεί το «ναι» του εργαστηρίου. Αντίθετα, η
υπόθεση των χριστιανών είναι τέτοιας ποιότητας, ώστε μένει αναπόδειχτη. Οποιοδήποτε δεδομένο των χριστιανών ποτέ δε θα βρει την εφαρμογή του
μέσα στην κλίμακα της φύσης. Ποτέ και κανείς, λόγου χάρη, δεν είδε τον
θεό μέσα στις εξισώσεις του Αϊνστάιν ή στο λαμπορατόριο. Ποτέ και
κανείς δεν είδε ένα νεκρό να ξανανεβαίνει στο φως, και να βγάζει λόγο
για τον Παράδεισο και την Κόλαση. Ποτέ και κανείς δεν αγάπησε το ξένο
παιδί όσο αγαπά το δικό του, ή δέχτηκε να πεθάνει το δικό του παιδί στη
θέση του παιδιού ενός ξένου.
Πιο
απλά, οι Έλληνες ξεκινούν από τη φύση και το ορατό. Το όργανο της
μελέτης τους είναι η λογική… Αντίθετα, οι χριστιανοί ξεκινούν από την
ψυχή και το αόρατο. Το όργανο της μελέτης τους είναι η φαντασία και το
συναίσθημα…
Ξεκινώντας λοιπόν από τις αφετηρίες της παρατήρησης και της
φαντασίας βρίσκουμε και εξηγούμε, γιατί η μέθοδος των Ελλήνων οδήγησε
στην επιστήμη, και γιατί ο τρόπος των χριστιανών οδήγησε στη θρησκεία. Και πάρα πέρα, βρίσκουμε και εξηγούμε, γιατί το κριτήριο της επιστήμης
είναι η πειραματική απόδειξη της γνώσης, και στη συνέχεια η αναγκαστική
αποδοχή της από κάθε φρόνιμο άνθρωπο, ενώ το γνώρισμα της θρησκείας
είναι «η εξ αποκαλύψεως αλήθεια» και το «δόγμα».
Ο Αυγουστίνος, ένας
πρώιμος και βαθύς θεωρητικός των χριστιανών, έλεγε ότι ο μεγαλύτερος
κίνδυνος για τον Χριστιανισμό είναι τα μαθηματικά. Η πιο καθαρή δηλαδή
μορφή της επιστήμης. Ήξερε ο άνθρωπος…
Οι
χριστιανοί του Μεσαίωνα, και μάλιστα του βυζαντινού, ήσαν πολύ πιο
έντιμοι από τους σύγχρονους ανεμοκυκλοπόδηδες, που με τον ζήλο τους να
συγχρωτίσουν Ελληνισμό και χριστιανισμόανακάτεψαν τον λαγό με τη χελώνα.
Γιατί είπαν καθαρά και ξάστερα ότι οι Έλληνες ήσαν μωροί. Τους
κηρύξανε μια και καλή σε πνευματική πτώχευση ως την αυτοκτονία. Και
διαρρήξανε μαζί τους τελειωτικά όλους τους ιστούς και όλους τους
συνδέσμους. «Τί πλανώνται προς Πλάτωνα; Τί Δημοσθένη στέργουσι τον ασθενή; Τί μη ορώσιν Όμηρον όνειρον αργόν;», λέει ο Ρωμανός σε κάποιον ύμνο του για τη μωρία, την αφασία, και την
παραλυσία των Ελλήνων…
Είναι έντιμη στάση, γιατί από το βάθρο της
καθαιρεί τη λογική των Ελλήνων, και στη θέση της υψώνει την πίστη…
Η
σύγχρονη όμως τακτική των σχολείων μας που θέλει να ερμηνεύει τους
Έλληνες μέσα από το καλειδοσκόπιο των χριστιανών, είναι οικτρή απόπειρα
ευνουχισμένων στο κρεβάτι. Και τρομάρα νεκροφάνειας στο φέρετρο…
Βλέπουμε περισσότερο με το μυαλό, παρά με τα μάτια. Έτσι την ψυχή μας
την δονούν πράγματα που διδαχτήκαμε σαν όμορφα, ενώ μας αφήνουν
αδιάφορους οι πραγματικές ομορφιές τούτου του κόσμου. Έτσι και
πνευματικά μας συγκινεί το εύκολο και το ρηχό, αποφεύγοντας το δύσκολο,
το βαθύ, νοιώθοντας μάλιστα απέναντί του όχι κατωτερότητα, αλλά
περιφρόνηση. Ένα παράδειγμα για την πνευματική ερήμωση, είναι η
περιφρόνηση του σύγχρονου κάτοικου της Ελλάδας, για την φιλοσοφία ή για
την κορυφαία παραγωγή του ανθρώπινου πνεύματος, την τραγωδία. Αυτό το
πνεύμα που είναι συνδεδεμένο με τούτο τον τόπο, σε τέτοιο βαθμό, όπως η
πνοή κρατά ζωντανό το σώμα ενός ανθρώπου και όπως το σώμα συντηρεί την
πνοή.
Στον αντίποδα των τουριστών της Μυκόνου, των χοιρογρυλίων
και της ανθρώπινης αποσύνθεσης, υπάρχει ένας άλλος μεγάλος αριθμός,
πραγματικών προσκυνητών σε αυτό τον τόπο. Ένας από αυτούς είναι ο Γκι
Ρασέ, ο οποίος στην εισαγωγή του βιβλίου του "Προσκυνητής στην αρχαία Ελλάδα" θα γράψει: "Στην
Ελλάδα πρέπει να καταφεύγουμε με το ίδιο πάθος και ενθουσιασμό με τα
οποία ο προσκυνητής του μεσαίωνα ξεκινούσε για την Παλαιστίνη. Το ταξίδι
στην Ελλάδα, είναι το προσκύνημα της ψυχής στις πηγές του ευρωπαϊκού
πολιτισμού, σε αυτόν τον άγιο τόπο όπου γεννήθηκε το κύτταρο που
εξέθρεψε τον δυτικό κόσμο."
Η περίπτωση του Γκι Ρασέ, είναι η
περίπτωση των "άλλων ταξιδιωτών", που δεν τους πολυκαταλαβαίνει ο μέσος
άνθρωπος τούτης της χώρας. Είναι από εκείνους που στέκονται στην ουρά
για την είσοδο στους αρχαίους χώρους, τους οποίους μάλιστα συχνά
βρίσκουν κλειστούς, εκείνους που δεν ανεβαίνουν στα μπαρ της Μυκόνου, μα
ψάχνουν μία ήσυχη ακρογιαλιά για να ακούσουν εκείνη την υπέροχη μουσική
της πανάρχαιης ελληνικής θάλασσας που έλεγε ο Ρίλκε, είναι εκείνοι που
δεν κυλιούνται τα ξημερώματα στα σοκάκια της Ρόδου, μα παίρνουν το
πρωινό τους απέναντι από την αρχαία αγορά συντροφιά με ένα βιβλίο.
Εκείνους τους παράξενους ταξιδιώτες, ο μέσος κάτοικους τούτου του τόπου,
ακριβώς όπως κάθε τι πνευματικό, τους περιφρονεί, μην μπορώντας να τους
κατανοήσει.
Αλλά εγώ θα σας μεταφέρω την αρχή και το τέλος τους
βιβλίου ενός από αυτούς τους παράξενους ταξιδιώτες. Από εκείνους που
έρχονται σαν προσκυνητές και όχι σαν βάρβαροι επιδρομείς σε τούτη την
ιερή γη. Και δυστυχώς θα δείτε ότι αυτός ο άνθρωπος βλέπει σε αυτό τον
τόπο, εικόνες που δεν τις βλέπει ο νους του μέσου κάτοικου της Ελλάδας. Ένας κάτοικος της χώρας που βλέπει σημαντικά, όσα βλέπει σημαντικά και ο
βάρβαρος επιδρομέας.
Πως ξεκινά ο συγγραφέας; Με την επίσκεψη στην Κέρκυρα:"Ούτε
το λιμάνι, ούτε η πόλη της Κέρκυρας είναι δυνατόν να τραβήξουν την
προσοχή. Θα χρειαστεί να πάει κανείς ως το κανόνι, από όπου έχει υπέροχη
θέα στο νησάκι του Οδυσσέα και σε όλο το παλιό λιμάνι με τα
κρυσταλλένια νερά, ή να διαβεί τις δασοσκέπαστες πλαγιές της Παλαιόπολης
αναζητώντας την αρχαία Κέρκυρα, για να συνειδητοποιήσει την ομορφιά
αυτού του νησιού.Από τη μια απλώνεται η θάλασσα, η Ελληνική θάλασσα που
αστράφτει στο φως, και από την άλλη οι γαλαζωποί λόφοι σπαρμένοι με
κυπαρίσσια που όμοιά τους σε ομορφιά δεν βρίσκεις πουθενά αλλού."
Οι
δύο πρώτες εικόνες που θαυμάζει ο βάρβαρος, είναι το λιμάνι με τα καφέ
και η πόλη με τα μπαρ και τα μαγαζιά. Αυτά ακριβώς τα παραβλέπει ο
προσκυνητής. Εκείνος ψάχνει την ελληνική ομορφιά. Εκείνη την ομορφιά
που θέα της ενέπνευσε τον Έλληνα. Ο Γκι Ρασέ στην συνέχεια θα ψάξει να
βρει τον τόπο που έφτασε ο Οδυσσέας στο νησί των Φαιάκων. Εκεί θα
θυμηθεί τις περιγραφές του Ομήρου και την Ναυσικά να γλυκοτραγουδά.
Στην
συνέχεια με παρόμοιο τρόπο, ο Γάλλος επισκέπτης θα περιηγηθεί στην
δυτικά Ελλάδα, στην Πελοπόννησο, στην Στερεά, στην Θεσσαλία, θα περάσει
τον θεϊκό Όλυμπο, για να καταλήξει στην Θεσσαλονίκη. Στο τέλος του
βιβλίου, θα σας μεταφέρω και πάλι τις εντυπώσεις, οι οποίες θα
ξαφνιάσουν και πάλι τα αυτιά κάθε Ρωμιού. Έτσι τελειώνει στις δύο
τελευταίες σελίδες ο Γκι Ρασέ: "Η Θεσσαλονίκη, τελευταίος
σταθμός του προσκυνήματος στην Ελλάδα πριν περάσουμε σε έναν άλλο,
διαφορετικό κόσμο, τον κόσμο των Σλάβων, είναι η ελληνική πόλη με τα
περισσότερα βυζαντινά κατάλοιπα. Ο αναγνώστης θα εκπλαγεί ίσως, επειδή
στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού δεν αναφέρθηκα στα βυζαντινά κατάλοιπα
της Χαλκίδας, στα Μετέωρα, στο άγιο όρος κλπ... Δεν μίλησα
για το Βυζάντιο, γιατί σε καμιά περίπτωση δεν είναι Ελλάδα, είναι μάλλον
η άρνηση της Ελλάδας.
Παρατηρήστε αλήθεια την ιεραρχημένη βυζαντινή
αυλή, με τους χίλιους τίτλους που μας φαίνονται σαν παιδιαρίσματα, τη
δυσκίνητη δημόσια διοίκηση με τα πλήθη των υπαλλήλων, σε πλήρη αντίθεση
προς την απλότητα και την ευκαμψία της διακυβέρνησης των δημοκρατιών ή
και των ελληνιστικών βασιλείων.
Παρατηρήστε όλη αυτή την επίδειξη, τον
δεσποτισμό των αυτοκρατόρων, τον φανατισμό που αποτελεί την τη
συνηθέστερη εκδήλωση σε όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής ιστορίας.
Τη
διαμάχη των εικονοκλαστών, που ήταν μια παραφροσύνη ανάμεσα στις τόσες
άλλες, εκείνη την σκληρότητα, την βαρβαρότητα, το αίμα που ρέει και
κηλιδώνει την ιστορία του Βυζαντίου. απ' αρχής μέχρι τέλους, εκείνες τις
μηχανορραφίες, τις επαναστάσεις του παλατιού, πάντοτε θηριώδες και
φοβερές.
[Αρκεί να διαβάσει κάποιος την χρονογραφία του Ψελλού, η οποία
εντούτοις, περιγράφει μικρή μόνον χρονική περίοδο της Βυζαντινής
ιστορίας. Δεν συναντούμε σε αυτήν τίποτε άλλο, παρά μόνον, εξεγέρσεις,
συνωμοσίες, δολοφονίες, εξορύξεις οφθαλμών κλπ].
Τίποτε άλλο δεν υπάρχει
που να έρχεται σε μεγαλύτερη αντίθεση προς το ελεύθερο και φωτεινό
πνεύμα της Αθήνας από όλα όσα προαναφέραμε.
Συγκρίνετε αυτόν τον
Παντοκράτορα Χριστό, τον τόσο τυπικά και θλιβερά βυζαντινό, με τα κοίλα,
υπερμεγέθη μάτια, μαύρα όπως ο θάνατος, με το σκυθρωπό και κάτωχρο
πρόσωπο, συγκρίνετέ τον με οποιαδήποτε μορφή του Ερμή, του Απόλλωνα ή
του Διόνυσου, που ακτινοβολούν από ζωή, ομορφιά, ισορροπία και αρμονία
και θα καταλάβετε τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει την ελληνική από την
βυζαντινή ψυχή.
Είναι ο θρίαμβος της ζωής και του καθαρού λόγου,
απέναντι στο θρίαμβο του θανάτου και του ανατολίτικου μυστικισμού.
Είναι
η ψυχή η ξαναμμένη από την ομορφιά, την καλλιτεχνική δημιουργία, την
αγάπη για την ζωή, απέναντι σε μια φτωχή και αποστειρωμένη ψυχή,
συντεθλιμμένη από μια θρησκεία του θανάτου και του πόνου, μια θρησκεία
που περιφρονεί τον άνθρωπο, την φύση, τη ζωή και οτιδήποτε γήινο, όλα
δηλαδή όσα κάνουν την ζωή μας να αξίζει. Η Αθήνα είναι η
αξεπέραστη κορωνίδα του πολιτισμού με όλες τις αξίες που αυτός περιέχει,
είναι ο θρίαμβος του κάλλους, η κατ' εξοχήν πατρίδα του τίμιου
ανθρώπου, του "καλού κ' αγαθού."
Το Βυζάντιο είναι ο θρίαμβος των
βαρβαροτήτων της ανατολής, ο θρίαμβος της πιο ανήθικης ιδέας που
ταλαιπώρησε τον άνθρωπο, ότι δηλαδή η Γη είναι μια κοιλάδα δακρύων, ότι
η αληθινή ζωή βρίσκεται σε έναν νεφελώδη και υποθετικό ουράνιο κόσμο
και ότι η ζωή δεν είναι παρά μια προετοιμασία για τον θάνατο. Η
Βυζαντινή λογοτεχνική παραγωγή είναι εξαιρετικά φτωχή και
απογοητευτική. Σε έναν Ηρόδοτο, σε έναν Θουκυδίδη, έναν Πολύβιο οι μόνοι
που έχει να αντιπαρατάξει το βυζάντιο είναι ο Προκόπιος, ο Ψελλός και ο
Φώτιος. Στον Ισοκράτη και τον Δημοσθένη, ο Νικηφόρος Γρηγοράς. Στον
Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τον Πλωτίνο, ο Δημήτριος Κυδωνιεύς. Στον
Πλούταρχο, ο Μάρκος ο Διάκονος...
Δεν τολμώ να αναφέρω τον Όμηρο... Τα
χάνει κανείς μπροστά σε τόση ευτέλεια και ελαφρότητα. Επιπλέον
παρατηρείται παντελής έλλειψη πρωτότυπης σκέψης και ολοκληρωτική
απουσία του θεάτρου και της μεγάλης "κοσμικής" ποίησης. Αν εξαιρέσουμε
τον Πλήθωνα, πλατωνιστή του 15ου αιώνα, που είναι ο μόνος βυζαντινός ο
οποίος μπορεί να χαρακτηριστεί στοχαστής, δεν βλέπω παρά μόνο τον Ιωάννη
τον Χρυσόστομο, που υπήρξε αναμφίβολα μέγας ρήτορας, αλλά που η
φιλοσοφική του σκέψη περιορίζεται στην ηθική της κατήχησης."
Σε
αυτές τις τελευταίες σελίδες του Ρασέ, κρύβετε το δράμα του
εκβαρβαρισμού μας. Αυτή η αδυναμία λόγω της κακής μας παιδείας, ώστε να
μπορούμε να ξεχωρίσουμε "τον πάμφωτο ναό της Αφαίας στην Αίγινα, από το
μονύδριο της αγίας Ελεούσας στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων, με την
αγράμματη καλόγρια που κυνηγά τις έγκυες και τις λεχώνες" όπως μας έλεγε
ο Λιαντίνης. Ζούμε σε μία χώρα, την οποία δεν μπορούμε να την δούμε.
Περπατάμε τυφλοί στις ακρογιαλιές και δεν ακούμε το θρόισμα της δάφνης.
Έτσι μας έμεινε και ανέκδοτο, το μεγαλύτερο ποίημα του εθνικού μας
ποιητή, του Δ. Σολωμού:Κάθε ρείθρο ερωτεμένο,κάθε αύρα καθαρή,κάθε δέντρο εμψυχωμένομε το φλίφλισμα ομιλεί. Κι` όπου πλέον μοναχιασμένοιείναι οι βράχοι σιγαλοίΜ ή ν ι ν ά ε ι δ ε θε ν` ακούσειςνα σου ψάλλει μια φωνή. Και συ ακόλουθα τον στίχο.............................. για να ιδείς,αν γνωρίζει τη φωνή σουο τυφλός ο ποιητής.
Έτσι έφτασε και στην τραγική διαπίστωση ένας άλλος μεγάλος μας ποιητής. Ο Κ. Παλαμάς: Των Ελλήνων την πατρίδα/ βάρβαροι την ατιμάζουν!Όπου ανθοπετούσαν οι Έρωτες/ παραδέρνει η νυχτερίδα.Στη νυχτιά μας μια πυγολαμπίδα,/ των αρχαίων η μνήμη, ψευτοφέγγει,κ’ είναι μια νυχτιά που δεν τη διώχνεις,/ του παντοτινού μας ήλιου αχτίδα!Και πατρίδα και ψυχή ρουφάν/ βάρβαροι από βάθη και από ύψη.Κι όταν, μ’ ένα τρίσβαθο ωχ!/ των Ελλήνων θεέ, ρωτούμε σε:"Είσαι συ ο ξανθός Απόλλωνας;" / Αποκρίνεσαι:- "Ειμ’ εγώ ο Μολώχ!".
Ένα τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου για την Ελλάδα. Πάντα επίκαιρο.... Ερμηνεύει η Χάρις Αλεξίου με τον συνθέτη στο πιάνο. Από την εκπομπή της ΕΡΤ "Μουσική βραδυά" (1976) με τον Γιώργο Παπαστεφάνου. Οι στίχοι είναι επίσης του Γ. Μαρκόπουλου.
Το τραγούδι πρωτοκυκλοφόρησε στον δίσκο 'Ανεξάρτητα" (1975).
Στην κυρά μάνα μας μη δίνετε βοήθεια ούτε μαγκούρα στο προσκέφαλο σιμά γιατί θα δέρνει κάθε μέρα τα παιδιά της κι όταν μιλάω θα με λέει αληταρά κι αν δέρνει κάθε που γουστάρει τα παιδιά της θα καταντήσουνε εμπόροι δουλικοί τα νιάτα χάνονται στα βρόμικα σοκάκια για να μετρήσουν με το μπόι τους τη γη
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
πάψε να με κυβερνάς Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
πάψε να με τυραννάς
Κι αν θέλω τώρα να ακούγεται η φωνή μου με πιάνει τρόμος από ίσκιους μακρινούς χρυσάφι μοιάζει η συντροφιά σου στη ζωή μου
κι η ομορφιά σου μου γιατρεύει τους καημούς ρε μπάρμπα κάτσε να μας πεις μιά ιστορία
πως ήταν τότες η μανούλα μας παλιά έπεφτε ξύλο σα γινόταν φασαρία ή σας νανούριζε με χάδια και φιλιά
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου σπαράζεις την καρδιά Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου πληγώνεις τη χαρά
Κι ο μπάρμπας τότε σοβαρεύτηκε λιγάκι τη κούτρα ξύνει και παράγγειλε καφέ η μητέρα είπε ήταν ένα κοριτσάκι που ορφανό μάζευε άνθη σε μπαξέ τα άνθη στόλιζαν το αγέρωχο κεφάλι μα όταν κοιμόταν πάλι πέφτανε στη γη κι από τα λούλουδα που ο χάρος είχε βάλει εμένα κράτησε να βλέπω τη ζωή
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
μου΄χεις φάει τη ψυχή Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω
φίλοι θα βρεθούμε όλοι μαζί
Αυτή παιδιά μου ήταν τότες η μανούλα ο κήπος ύστερα εγέμισε ληστές το κοριτσάκι μας το ντύσανε γριούλα κι απ΄τα κουρέλια του φαινότανε οι πληγές
κι αν μας χτυπάει με μανία και φωνάζει
τη βάζουν άλλοι με συμφέροντα πολλά
το όνειρο που φεύγει την τρομάζει να αναζητάει μιά χαμένη ελευτεριά
Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω μάνα
στο καμίνι της φωτιάς Λένγκω, Λένγκω, Λένγκω μάνα
πες μας πάλι τί ζητάς