Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

ΚΟΥΚΚΟΣ ΠΙΕΡΙΑΣ - Ένας τόπος που με καλεί πίσω...

 Ένας τόπος που με καλεί πίσω

Διαβάζοντας το βιβλίο του φίλου μου πλέον, Βασίλη Σιδηρόπουλου,«Πορείες θανάτου... και ζωής» ένιωσα πως δεν διάβαζα απλώς την ιστορία ενός χωριού και των ανθρώπων του.

Διάβαζα ένα κομμάτι της δικής μου ιστορίας.

Κάθε σελίδα με πήγαινε πίσω. 

Σε ανθρώπους που δεν γνώρισα όσο θα ήθελα.

 Σε πρόσωπα που θυμάμαι περισσότερο μέσα από τις αφηγήσεις των δικών μου. 

Σε εκείνες τις μικρές, παιδικές αναμνήσεις από τις επισκέψεις μου στο χωριό, που τότε έμοιαζαν ασήμαντες και σήμερα αποκτούν μια άλλη αξία.

Γιατί κάποια πράγματα τα καταλαβαίνουμε όταν μεγαλώσουμε.

το χωριό μου...Κούκκος Πιερίας...

Τότε συνειδητοποιούμε πως ένας τόπος δεν είναι απλώς ένα σημείο στον χάρτη.

Είναι οι άνθρωποί του.
Είναι τα σπίτια που χτίστηκαν με κόπο.
Είναι οι δρόμοι που περπάτησαν οι παππούδες μας.
Είναι οι φωνές που έσβησαν, αλλά έμειναν μέσα στις οικογενειακές διηγήσεις.

Και ο Κούκκος, για μένα, είναι κάτι περισσότερο.

Από τον πατέρα μου κατάγομαι κι εγώ από αυτόν τον τόπο.



Ο πατέρας μου, μαζί με τον μεγάλο του αδελφό, πήραν κάποτε την απόφαση να ξαναχτίσουν από την αρχή το πατρικό τους σπίτι στο χωριό.

 Ένα σπίτι που δεν ήταν απλώς τοίχοι, κεραμίδια και πέτρα.

Ήταν η προσπάθεια να ξαναστηθεί κάτι που είχε αξία.

Να μείνει όρθιο ένα κομμάτι οικογενειακής μνήμης.

Να υπάρχει ένας τόπος στον οποίο θα μπορούσαν να επιστρέφουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους.

Και σήμερα καταλαβαίνω πως εκείνο το σπίτι ήταν, με έναν τρόπο, ένας δεσμός.

Ένας δεσμός που πέρασε από γενιά σε γενιά και έφτασε μέχρι εμένα.

Δεν έζησα στον Κούκο.

Δεν μεγάλωσα εκεί.

Δεν έχω τις αναμνήσεις που έχουν οι άνθρωποι που πέρασαν εκεί ολόκληρη τη ζωή τους.

Έχω όμως κάτι άλλο.

Έχω τις ρίζες μου.

Και ίσως οι ρίζες δεν χρειάζονται πάντα πολλές αναμνήσεις για να υπάρχουν.

Αρκεί ένα όνομα.
Μια οικογένεια.
Ένα πατρικό σπίτι.
Μια αφήγηση.
Μια φωτογραφία.
Μια φράση που ειπώθηκε κάποτε από έναν παππού και έμεινε στη μνήμη.

Γι' αυτό και, διαβάζοντας το βιβλίο του Βασίλη Σιδηρόπουλου, γεννήθηκε μέσα μου μια σκέψη που δεν μπορούσα πλέον να αφήσω στην άκρη.

Θέλω να κάνω ένα ντοκιμαντέρ για την ιστορία του Κούκου.

Όχι για να ξαναγράψω την ιστορία.

Ούτε για να παρουσιάσω μια πλευρά και να σιωπήσω για την άλλη.

Θέλω να ακούσω τους ανθρώπους.

Να αναζητήσω τις παλιές φωτογραφίες.

Να ανοίξουν οικογενειακά συρτάρια.

Να βγουν στην επιφάνεια ξεχασμένες ιστορίες.

Να ακουστούν οι φωνές εκείνων που έζησαν και εκείνων που άκουσαν τις ιστορίες από τους προηγούμενους.

Να μιλήσουμε για τους ανθρώπους που ήρθαν από τον Πόντο, για τις οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στον Κούκο, για τις δυσκολίες της προσφυγιάς, για την προσπάθεια να χτιστεί μια καινούργια ζωή.

Να μιλήσουμε και για τις δύσκολες σελίδες.

Για την Κατοχή.

Για τον Εμφύλιο.

Για τις πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις που σημάδεψαν το χωριό.

Χωρίς φανατισμό.

Χωρίς να μοιράσουμε τους ανθρώπους σε «καλούς» και «κακούς» δεκαετίες μετά.

Η ιστορία δεν χρειάζεται να φοβάται την αλήθεια.

Και ένα ντοκιμαντέρ που αξίζει να γίνει δεν μπορεί να είναι αγιογραφία.

Πρέπει να είναι μνήμη.

Πρέπει να είναι μαρτυρία.

Πρέπει να είναι αναζήτηση.

Πάνω απ' όλα όμως, θέλω να είναι ένας φόρος τιμής στους ανθρώπους που πέρασαν από αυτόν τον τόπο.

Στους ανθρώπους που έφυγαν από τον Πόντο και έπρεπε να ξεκινήσουν ξανά.

Σε εκείνους που πάλεψαν να κάνουν τη γη πατρίδα.

Σε εκείνους που έζησαν δύσκολες εποχές.

Σε εκείνους που έφυγαν από τη ζωή χωρίς ποτέ να δουν την ιστορία τους γραμμένη.

Και στους σημερινούς κατοίκους του Κούκου, που συνεχίζουν να κρατούν ζωντανό έναν τόπο που κουβαλά πολύ περισσότερα από όσα φαίνονται με την πρώτη ματιά.

Ίσως αυτό το ντοκιμαντέρ να είναι τελικά και μια προσωπική επιστροφή.

Όχι στον τόπο που έζησα.

Αλλά στον τόπο από τον οποίο ξεκίνησε ένα κομμάτι της οικογένειάς μου.

Και όσο περισσότερο μαθαίνω γι' αυτόν, τόσο περισσότερο αισθάνομαι πως δεν έχω απλώς το δικαίωμα να αφηγηθώ την ιστορία του.

Έχω την υποχρέωση να προσπαθήσω.

Μια υποχρέωση απέναντι στους προγόνους μου.

Απέναντι στον πατέρα μου και στον θείο μου που ξαναέχτισαν το πατρικό τους σπίτι.

Απέναντι στους ανθρώπους του χωριού.

Και κυρίως απέναντι σε εκείνους που έφυγαν από τη ζωή αφήνοντας πίσω τους μια ιστορία που δεν πρέπει να χαθεί.

Γιατί οι τόποι πεθαίνουν πραγματικά μόνο όταν πάψουμε να θυμόμαστε τους ανθρώπους που τους έδωσαν ζωή.

Κι εγώ θέλω να βοηθήσω ώστε ο Κούκος να συνεχίσει να θυμάται.

Αυτή είναι η απόφασή μου.

Να επιστρέψω στον Κούκο μέσα από την κάμερα.

Να ψάξω τις ρίζες μου.

Να ακούσω τις φωνές του.

Και να προσπαθήσω να παραδώσω στις επόμενες γενιές μια ιστορία που δεν θα μείνει μόνο στις σελίδες ενός βιβλίου ή στις αναμνήσεις των παλιών.

Μια ιστορία που θα αποκτήσει ξανά φωνή.

Γιατί κάποια ταξίδια δεν τα κάνεις για να γνωρίσεις έναν τόπο.

Τα κάνεις για να γνωρίσεις καλύτερα και τον εαυτό σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: