Ο καπιταλισμός, η Ευρώπη και το φάντασμα του πολέμου
Από τη μεταπολεμική κοινωνική συναίνεση στην εποχή των ανισοτήτων, της ανασφάλειας και του επανεξοπλισμού
Μήπως η Ευρώπη εγκαταλείπει σταδιακά το κοινωνικό συμβόλαιο που της επέτρεψε να οικοδομήσει δεκαετίες ευημερίας, για να επιστρέψει σε μια εποχή ανταγωνισμών, εξοπλισμών και κοινωνικών θυσιών; Και, κυρίως, ποιοι θα πληρώσουν το τίμημα;
«Κάθε πενήντα χρόνια ο καπιταλισμός χρειάζεται έναν πόλεμο για να ισιώσει».
Η φράση είναι προκλητική και δεν αποτελεί ιστορικό νόμο. Ωστόσο, συμπυκνώνει έναν προβληματισμό που επανέρχεται σε περιόδους μεγάλων οικονομικών και γεωπολιτικών ανακατατάξεων: τη σχέση ανάμεσα στις κρίσεις του οικονομικού συστήματος, στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων και στην προσφυγή στον πόλεμο.
Ο πόλεμος δεν είναι αναπόφευκτη λύση για τον καπιταλισμό ούτε όλες οι πολεμικές συγκρούσεις εξηγούνται από οικονομικά συμφέροντα. Η ιστορία, όμως, δείχνει ότι η οικονομική ισχύς, η πρόσβαση σε πρώτες ύλες, ο έλεγχος αγορών και δρόμων εμπορίου, καθώς και ο ανταγωνισμός για γεωπολιτική κυριαρχία μπορούν να αποτελέσουν σημαντικούς παράγοντες πολεμικών συγκρούσεων.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν ο καπιταλισμός χρειάζεται υποχρεωτικά έναν πόλεμο κάθε μισό αιώνα. Είναι αν, όταν το οικονομικό και πολιτικό σύστημα αδυνατεί να διαχειριστεί τις αντιφάσεις του, το κόστος μεταφέρεται στους εργαζομένους, στα λαϊκά στρώματα και τελικά στους ίδιους τους λαούς.
Η μεταπολεμική Ευρώπη: Όταν η οικονομία υπηρετούσε και την κοινωνία
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με την καταστροφή, τη φτώχεια και την ανάγκη να οικοδομήσει ξανά τις οικονομίες και τους θεσμούς της. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες διαμορφώθηκε ένα διαφορετικό κοινωνικό και οικονομικό υπόδειγμα, ιδιαίτερα στη Δυτική Ευρώπη.
Η περίοδος από το 1945 έως περίπου τα μέσα της δεκαετίας του 1970 χαρακτηρίστηκε από την ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους, τη διεύρυνση των κοινωνικών δικαιωμάτων, την επέκταση της δημόσιας εκπαίδευσης και της υγειονομικής περίθαλψης, την ενίσχυση της κοινωνικής ασφάλισης και την επιδίωξη υψηλής απασχόλησης. Η ιστορική έρευνα περιγράφει αυτή την εποχή ως τη «χρυσή περίοδο» ανάπτυξης του κράτους πρόνοιας.
Δεν επρόκειτο για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, ταξικές αντιθέσεις ή πολιτικές συγκρούσεις. Η μεταπολεμική ανάπτυξη βασίστηκε επίσης στην ανασυγκρότηση των οικονομιών, στην τεχνολογική πρόοδο, στη διεθνή εμπορική επέκταση και σε ευνοϊκές δημογραφικές και παραγωγικές συνθήκες.
Ωστόσο, υπήρξε μια κρίσιμη πολιτική επιλογή: η οικονομική ανάπτυξη έπρεπε να μεταφράζεται, τουλάχιστον σε σημαντικό βαθμό, σε βελτίωση της ζωής των πολλών.
Τα συνδικάτα διεκδίκησαν και κατέκτησαν δικαιώματα. Οι συλλογικές συμβάσεις ενίσχυσαν τη διαπραγματευτική θέση των εργαζομένων. Οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν σε πολλές χώρες, ενώ η φορολογία, οι δημόσιες επενδύσεις και οι κοινωνικές παροχές περιόρισαν ορισμένες από τις πιο ακραίες μορφές ανισότητας.
Στο πολιτικό πεδίο, σοσιαλδημοκρατικά, σοσιαλιστικά και χριστιανοδημοκρατικά κόμματα, παρά τις ουσιαστικές διαφορές τους, συνέβαλαν με διαφορετικούς τρόπους στη διαμόρφωση συστημάτων μικτής οικονομίας, όπου η αγορά συνυπήρχε με ισχυρούς δημόσιους θεσμούς και κοινωνικές εγγυήσεις.
Αυτός ο συμβιβασμός δεν ήταν αυτονόητος. Ήταν αποτέλεσμα κοινωνικών αγώνων, πολιτικών συσχετισμών και ιστορικών συνθηκών.
Η αστική δημοκρατία απέκτησε έτσι μεγαλύτερη κοινωνική νομιμοποίηση, καθώς σημαντικά τμήματα της εργατικής τάξης και των μεσαίων στρωμάτων είδαν ότι η συμμετοχή τους στο πολιτικό σύστημα μπορούσε να συνδεθεί με απτά αποτελέσματα: καλύτερους μισθούς, ασφάλεια, κοινωνική κινητικότητα και προοπτική για τις επόμενες γενιές.
Η αμερικανική ηγεμονία και τα όρια της ευρωπαϊκής αυτονομίας
Η μεταπολεμική ευημερία δεν αναπτύχθηκε σε γεωπολιτικό κενό.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδείχθηκαν σε κυρίαρχη δύναμη του δυτικού κόσμου, προσφέροντας στρατιωτική προστασία στους Ευρωπαίους συμμάχους τους και διαδραματίζοντας κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής οικονομικής τάξης.
Η Ευρώπη ωφελήθηκε από αυτή τη σχέση, αλλά συγχρόνως εξαρτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την αμερικανική στρατηγική. Η εξάρτηση αυτή δεν σήμαινε ότι τα ευρωπαϊκά κράτη δεν είχαν δικές τους πολιτικές, ούτε ότι απέφευγαν τις στρατιωτικές δαπάνες. Σήμαινε, όμως, ότι η ασφάλεια της Δυτικής Ευρώπης στηρίχθηκε σε σημαντικό βαθμό στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία.
Υπήρξαν, βεβαίως, προσπάθειες για μεγαλύτερη ανεξαρτησία. Η πολιτική του Σαρλ ντε Γκωλ στη Γαλλία επιδίωξε μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, ενώ η ανατολική πολιτική του Βίλι Μπραντ επιχείρησε να μειώσει τις εντάσεις του Ψυχρού Πολέμου μέσα από τον διάλογο και την προσέγγιση με την Ανατολική Ευρώπη.
Η μεταπολεμική τάξη, επομένως, συνδύαζε δύο πραγματικότητες: την ανάπτυξη κοινωνικών δικαιωμάτων στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών και τη διατήρηση ενός διεθνούς συστήματος στρατηγικών ανταγωνισμών.
Αυτή η αντίφαση δεν εξαφανίστηκε ποτέ. Σήμερα, όμως, επανέρχεται με ιδιαίτερη ένταση.
Από τη δεκαετία του 1980 στη χρηματιστικοποίηση της οικονομίας
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και κυρίως κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, η οικονομική πολιτική σε μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου άρχισε να αλλάζει κατεύθυνση.
Η απορρύθμιση αγορών, οι ιδιωτικοποιήσεις, η απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών ροών, η αποδυνάμωση ορισμένων συλλογικών διαπραγματευτικών θεσμών και η ενίσχυση της διεθνούς κινητικότητας του κεφαλαίου περιόρισαν, σε διαφορετικό βαθμό ανά χώρα, τα περιθώρια άσκησης παραδοσιακών κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών.
Η αγορά παρουσιάστηκε όλο και περισσότερο ως ο αποτελεσματικότερος μηχανισμός κατανομής των πόρων, ενώ το κράτος και οι κοινωνικές παρεμβάσεις αντιμετωπίστηκαν συχνά ως εμπόδια στην ανταγωνιστικότητα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ιδιωτικοποίηση ή κάθε μορφή απελευθέρωσης των αγορών είχε τα ίδια αποτελέσματα. Σημαίνει, όμως, ότι η ισορροπία ανάμεσα στην οικονομική ελευθερία και στην κοινωνική προστασία μετατοπίστηκε.
Η χρηματοπιστωτική οικονομία απέκτησε μεγαλύτερο βάρος, ενώ η παραγωγή, η εργασία και οι μακροπρόθεσμες δημόσιες επενδύσεις βρέθηκαν συχνά αντιμέτωπες με την πίεση για άμεσες αποδόσεις.
Η έρευνα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τη χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση έχει καταγράψει ότι η απελευθέρωση των διεθνών κεφαλαιακών ροών συνδέεται, κατά μέσο όρο, με αύξηση της ανισότητας, ενώ τα οφέλη για την οικονομική παραγωγή διαφοροποιούνται ανάλογα με τις συνθήκες κάθε χώρας.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν οι αγορές πρέπει να υπάρχουν. Είναι αν μπορούν να λειτουργούν χωρίς αποτελεσματικούς δημοκρατικούς κανόνες, χωρίς κοινωνικές αντισταθμίσεις και χωρίς λογοδοσία για τις συνέπειες των αποφάσεών τους.
Μια οικονομία μπορεί να παράγει περισσότερο πλούτο και ταυτόχρονα να τον κατανέμει με τρόπο που αφήνει μεγάλα τμήματα της κοινωνίας με λιγότερη ασφάλεια και μικρότερες δυνατότητες.
Αυτό είναι το κρίσιμο πρόβλημα της εποχής μας.
Η ευρωπαϊκή κρίση και το κόστος της λιτότητας
Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και η κρίση δημόσιου χρέους στην Ευρωζώνη αποκάλυψαν τις αδυναμίες του ευρωπαϊκού οικονομικού οικοδομήματος.
Η κοινή νομισματική πολιτική δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχα ισχυρή κοινή δημοσιονομική και κοινωνική πολιτική. Οι οικονομίες των κρατών-μελών διέφεραν ως προς την παραγωγικότητα, τη βιομηχανική τους βάση, την ανταγωνιστικότητα και τη δυνατότητα χρηματοδότησης των αναγκών τους.
Η κρίση έφερε στην επιφάνεια αυτά τα προβλήματα και ανέδειξε το κόστος της απουσίας επαρκών κοινών μηχανισμών σταθεροποίησης.
Σε αρκετές περιπτώσεις, η δημοσιονομική προσαρμογή εφαρμόστηκε σε συνθήκες ύφεσης, ανεργίας και χρηματοπιστωτικής ασφυξίας. Οι περικοπές δαπανών, η πίεση στους μισθούς και η συρρίκνωση της ζήτησης επιβάρυναν την καθημερινότητα μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναγνωρίσει, σε οικονομικές μελέτες της, ότι η δημοσιονομική εξυγίανση κατά τη διάρκεια συστημικών χρηματοπιστωτικών κρίσεων είναι δυσκολότερη και ότι η απουσία δυνατότητας συναλλαγματικής προσαρμογής στην Ευρωζώνη μπορεί να περιπλέξει την αντιμετώπιση προβλημάτων ανταγωνιστικότητας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δημοσιονομικός περιορισμός είναι λανθασμένος ή ότι η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους δεν έχει σημασία. Σημαίνει ότι η οικονομική πολιτική πρέπει να αξιολογείται και με βάση το κοινωνικό της κόστος, τη χρονική συγκυρία και τις πραγματικές δυνατότητες ανάκαμψης.
Η ελληνική εμπειρία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των κοινωνικών συνεπειών μιας παρατεταμένης κρίσης και μιας επώδυνης προσαρμογής.
Για πολλούς πολίτες, η υπόσχεση ότι η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα εξασφάλιζε σταθερότητα και σύγκλιση συνδέθηκε με μια διαφορετική πραγματικότητα: ανεργία, απώλεια εισοδήματος, ανασφάλεια και αίσθηση περιορισμένης δημοκρατικής επιρροής στις κρίσιμες οικονομικές αποφάσεις.
Όταν η κοινωνία αντιλαμβάνεται ότι καλείται να πληρώνει επανειλημμένα το κόστος των κρίσεων χωρίς να συμμετέχει ισότιμα στα οφέλη της ανάπτυξης, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς διαβρώνεται.
Και εκεί ακριβώς δημιουργείται ένα επικίνδυνο πολιτικό κενό.
Η ανασφάλεια ως έδαφος για την Ακροδεξιά
Η οικονομική ανασφάλεια δεν οδηγεί αυτομάτως στον φασισμό. Η άνοδος της Ακροδεξιάς έχει πολλές αιτίες: πολιτισμικές αντιπαραθέσεις, μεταναστευτικά ζητήματα, κρίση εμπιστοσύνης στα παραδοσιακά κόμματα, εθνικιστικές αντιλήψεις, επιρροή των μέσων ενημέρωσης και ψηφιακή διάδοση της παραπληροφόρησης.
Ωστόσο, όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι χάνουν τον έλεγχο της ζωής τους, ότι η εργασία δεν τους εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση και ότι οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από τις ανάγκες τους, οι αντιδημοκρατικές δυνάμεις μπορούν να εκμεταλλευτούν αυτή την απογοήτευση.
Η ακροδεξιά πολιτική επιχειρεί συχνά να μετατρέψει σύνθετα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα σε μια απλουστευτική σύγκρουση ταυτοτήτων: οι «δικοί μας» εναντίον των «άλλων», το έθνος εναντίον των ξένων, ένας πολιτισμός εναντίον ενός άλλου.
Έτσι, οι κοινωνικές αντιθέσεις απομακρύνονται από τα ζητήματα της κατανομής του πλούτου, της ισχύος των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και της ποιότητας των δημοκρατικών θεσμών.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η υποτίμηση των πραγματικών ανησυχιών των πολιτών. Ούτε η αναπαραγωγή του ίδιου του φόβου που τροφοδοτεί τον αυταρχισμό.
Χρειάζεται μια πολιτική που να αποκαθιστά την κοινωνική ασφάλεια, να ενισχύει τη δημοκρατική συμμετοχή και να αντιμετωπίζει τις ανισότητες χωρίς να μετατρέπει τον γείτονα ή τον διαφορετικό σε εχθρό.
Ο νέος εξοπλισμός της Ευρώπης: ασφάλεια για ποιον και με ποιο κόστος;
Σήμερα, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η επιδείνωση των διεθνών ανταγωνισμών και η αβεβαιότητα για τη μελλοντική στάση των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν επαναφέρει την άμυνα και την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης.
Η ανάγκη προστασίας των ευρωπαϊκών κοινωνιών από πραγματικές απειλές δεν μπορεί να απορριφθεί με συνθήματα. Κάθε κράτος έχει ευθύνη να προστατεύει τους πολίτες του, ενώ οι χώρες που αντιμετωπίζουν άμεσες απειλές έχουν εύλογους λόγους να αναζητούν αποτελεσματικές εγγυήσεις ασφάλειας.
Το ερώτημα, όμως, είναι ποια στρατηγική ασφάλειας επιλέγεται, ποιους στόχους υπηρετεί και ποιος αναλαμβάνει το οικονομικό της βάρος.
Εάν η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών συνοδεύεται από περιορισμό των κοινωνικών επενδύσεων, υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών ή επιβάρυνση των χαμηλότερων εισοδημάτων, τότε η κοινωνία δικαιούται να απαιτήσει διαφάνεια, λογοδοσία και ουσιαστική δημοκρατική συζήτηση.
Η ασφάλεια δεν είναι μόνο στρατιωτική υπόθεση. Είναι και η δυνατότητα του πολίτη να έχει εργασία, αξιοπρεπή κατοικία, πρόσβαση στην υγεία, ποιοτική εκπαίδευση και ένα μέλλον χωρίς διαρκή φόβο.
Μια Ευρώπη που εξοπλίζεται, αλλά αδυνατεί να προσφέρει προοπτική στους νέους της, κινδυνεύει να υπονομεύσει την κοινωνική συνοχή που αποτελεί προϋπόθεση της δημοκρατικής της ανθεκτικότητας.
Η πραγματική συζήτηση, συνεπώς, δεν πρέπει να περιορίζεται σε ένα δίλημμα ανάμεσα στην άμυνα και στην κοινωνική πολιτική. Πρέπει να αφορά τον δημοκρατικό έλεγχο των εξοπλισμών, την αποτροπή της κλιμάκωσης, τη διπλωματία, την προστασία των ευρωπαϊκών κοινωνιών και τη δίκαιη κατανομή των βαρών.
Τι θα μπορούσε να σημαίνει μια διαφορετική ευρωπαϊκή πορεία;
Η επιστροφή στο μεταπολεμικό μοντέλο δεν είναι ούτε απλή ούτε αυτονόητα επιθυμητή σε όλες του τις διαστάσεις. Ο κόσμος έχει αλλάξει, οι οικονομίες είναι περισσότερο διασυνδεδεμένες και οι σύγχρονες προκλήσεις απαιτούν νέες λύσεις.
Ωστόσο, ορισμένα βασικά διδάγματα παραμένουν επίκαιρα.
Πρώτον, η εργασία χρειάζεται ξανά πραγματική διαπραγματευτική δύναμη. Οι συλλογικές συμβάσεις, η προστασία των εργαζομένων και η αύξηση των πραγματικών μισθών δεν είναι εμπόδια στην κοινωνική πρόοδο. Αποτελούν βασικά εργαλεία για τη δίκαιη κατανομή του παραγόμενου πλούτου.
Δεύτερον, η Ευρώπη χρειάζεται μια παραγωγική και βιομηχανική στρατηγική. Η πράσινη μετάβαση, η τεχνολογία, η ενέργεια και οι κρίσιμες υποδομές απαιτούν μακροπρόθεσμες επενδύσεις, δημόσιο σχεδιασμό και συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών.
Τρίτον, οι χρηματοπιστωτικές αγορές χρειάζονται αποτελεσματικούς κανόνες. Η ελευθερία κίνησης των κεφαλαίων δεν μπορεί να αποτελεί αυτοσκοπό όταν δημιουργεί συστημικούς κινδύνους ή επιβαρύνει δυσανάλογα την κοινωνία. Η φορολογική δικαιοσύνη, η εποπτεία και η αντιμετώπιση της φοροαποφυγής είναι αναγκαία στοιχεία μιας βιώσιμης οικονομικής πολιτικής.
Τέταρτον, η δημοκρατία πρέπει να αποκτήσει ουσιαστικό κοινωνικό περιεχόμενο. Οι πολίτες δεν αρκεί να ψηφίζουν κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια. Χρειάζονται θεσμούς διαβούλευσης, διαφάνεια, λογοδοσία και πραγματικές δυνατότητες επιρροής στις αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή τους.
Πέμπτον, η ειρήνη πρέπει να αποτελεί ενεργό πολιτική επιλογή. Η διπλωματία, η αποκλιμάκωση, οι συμφωνίες ελέγχου των εξοπλισμών και η διεθνής συνεργασία δεν είναι ενδείξεις αδυναμίας. Είναι εργαλεία για να αποτραπεί η μετατροπή των γεωπολιτικών ανταγωνισμών σε γενικευμένες καταστροφές.
Καμία από αυτές τις επιλογές δεν είναι εύκολη. Όλες, όμως, προϋποθέτουν μια πολιτική αντίληψη που δεν αντιμετωπίζει την κοινωνία ως παθητικό αποδέκτη αποφάσεων που λαμβάνονται αλλού.
Δεν θα πληρώσουν οι λαοί τις αντιφάσεις των ισχυρών
Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται με μαθηματική ακρίβεια. Δεν υπάρχει ένας αόρατος μηχανισμός που επιβάλλει έναν μεγάλο πόλεμο κάθε πενήντα χρόνια για να αποκαταστήσει τις ισορροπίες του καπιταλισμού.
Υπάρχει, όμως, ένας πραγματικός κίνδυνος: σε περιόδους κρίσης, οι κοινωνίες να βρεθούν αντιμέτωπες με μια διπλή επιβάρυνση. Πρώτα να πληρώσουν το κόστος της οικονομικής αστάθειας και έπειτα να κληθούν να αναλάβουν το κόστος μιας παρατεταμένης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
Οι εργαζόμενοι, οι νέοι, οι συνταξιούχοι και οι μικρές επιχειρήσεις δεν πρέπει να θεωρούνται αυτονόητοι χρηματοδότες κάθε αποτυχίας του οικονομικού σχεδιασμού ή κάθε στρατηγικής επιλογής των κυβερνήσεων.
Η Ευρώπη έχει μπροστά της μια κρίσιμη επιλογή. Μπορεί να επενδύσει σε μια κοινωνία μεγαλύτερης ισότητας, παραγωγικής ανασυγκρότησης και δημοκρατικής συμμετοχής ή να αφήσει τον φόβο, τον εθνικισμό και τον ανταγωνισμό των εξοπλισμών να καθορίσουν τις προτεραιότητές της.
Η επιλογή αυτή δεν αφορά μόνο τους οικονομικούς δείκτες. Αφορά το είδος της κοινωνίας στην οποία θέλουμε να ζήσουμε.
Δεν χρειαζόμαστε έναν πόλεμο για να «ισιώσει» η οικονομία. Χρειαζόμαστε μια οικονομία που να μη χρειάζεται κοινωνικές καταστροφές για να διατηρείται όρθια.
Και, πάνω απ’ όλα, χρειαζόμαστε μια Ευρώπη που να θυμάται ότι η ευημερία δεν μετριέται μόνο με την ανταγωνιστικότητα των αγορών ή με το μέγεθος των στρατιωτικών προϋπολογισμών, αλλά και με την ασφάλεια, την αξιοπρέπεια και τις δυνατότητες ζωής των ανθρώπων της.
Γιατί, στο τέλος, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει:
Θα πληρώσουν και πάλι οι πολλοί τις αποφάσεις των λίγων ή θα διεκδικήσουν το δικαίωμα να καθορίζουν οι ίδιοι το μέλλον τους;
Και σε κάθε περίπτωση, κανένας λαός δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αναλώσιμος σε έναν πόλεμο που δεν επέλεξε.
https://speira7.blogspot.com/


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου