Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

 

Υπάρχουν ακόμη ιδεολογίες στον 21ο αιώνα; Ή μήπως ήρθε η ώρα να αλλάξει ο άνθρωπος;

Υπάρχει ένα ερώτημα που αξίζει να θέσουμε σήμερα, σε μια εποχή όπου η ανθρωπότητα διαθέτει περισσότερη γνώση, περισσότερη τεχνολογία και περισσότερα μέσα επικοινωνίας από ποτέ: Αν ο άνθρωπος προοδεύει τόσο πολύ, γιατί εξακολουθεί να δυσκολεύεται να ζήσει ειρηνικά με τον συνάνθρωπό του;

Για αιώνες, οι άνθρωποι πολέμησαν στο όνομα της θρησκείας, της πατρίδας, της κοινωνικής τάξης, της ελευθερίας, της ισότητας και της επανάστασης. Άλλαξαν αυτοκρατορίες, γκρέμισαν βασιλιάδες, ανέτρεψαν καθεστώτα, δημιούργησαν δημοκρατίες και διακήρυξαν δικαιώματα. 

Κάθε εποχή υποσχέθηκε ότι ο κόσμος που θα ακολουθούσε θα ήταν δικαιότερος από εκείνον που άφηνε πίσω της.

Κι όμως, ο άνθρωπος εξακολουθεί να φοβάται, να μισεί, να διχάζεται, να διεκδικεί εξουσία και να θεωρεί συχνά ότι η δική του αλήθεια είναι ανώτερη από την αλήθεια του άλλου.

Μήπως, λοιπόν, το πρόβλημα δεν βρίσκεται αποκλειστικά στις ιδεολογίες που επινοήσαμε, αλλά και στον άνθρωπο που τις υιοθέτησε;

Μήπως αλλάζουμε τις ιδέες μας, χωρίς να αλλάζουμε ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και συμπεριφερόμαστε;

Και μήπως, τελικά, η μεγαλύτερη επανάσταση που έχει ανάγκη ο κόσμος δεν είναι μια ακόμη ιδεολογική ανατροπή, αλλά μια βαθύτερη μεταστροφή της ανθρώπινης συνείδησης;


1. Από την εξουσία των λίγων στις μεγάλες υποσχέσεις των πολλών

Gregos – (Neuro)Ciências, Cultura e Educação

 
The Second Industrial Revolution Changed Americans' Lives | HISTORY

Για να καταλάβουμε πού βρισκόμαστε σήμερα, χρειάζεται να κοιτάξουμε πίσω.

Όχι για να εξιδανικεύσουμε το παρελθόν, αλλά για να αναζητήσουμε το νήμα που ενώνει τις διαφορετικές εποχές.

Στην αρχαιότητα, η πολιτική σκέψη αναζήτησε την έννοια της δικαιοσύνης, της αρετής και της ορθής διακυβέρνησης. 

Ο Πλάτωνας προβληματίστηκε για το ποιος πρέπει να κυβερνά, ενώ ο Αριστοτέλης συνέδεσε την πολιτική με την ανθρώπινη ευημερία και τη ζωή μέσα στην κοινότητα. 

Η δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας υπήρξε ένα σημαντικό ιστορικό πείραμα συμμετοχής, χωρίς όμως να περιλαμβάνει ισότιμα όλους τους κατοίκους της.

Στους επόμενους αιώνες, η θρησκεία διαμόρφωσε βαθιά τις κοινωνίες, προσφέροντας ηθικούς κανόνες, νόημα και αίσθηση κοινότητας. Ταυτόχρονα, η σύνδεσή της με την πολιτική εξουσία χρησιμοποιήθηκε σε διαφορετικές περιόδους και από διαφορετικούς φορείς για τη νομιμοποίηση της κυριαρχίας και τον αποκλεισμό όσων θεωρούνταν αντίπαλοι.

Με τον Διαφωτισμό και τις επαναστάσεις του 18ου αιώνα, η ελευθερία, η λαϊκή κυριαρχία και τα δικαιώματα του ανθρώπου βρέθηκαν στο επίκεντρο της πολιτικής σκέψης. 

Η Γαλλική Επανάσταση έφερε στο προσκήνιο το τρίπτυχο «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη», αλλά η ιστορική της πορεία έδειξε πόσο εύκολα τα απελευθερωτικά οράματα μπορούν να συνυπάρξουν με τη βία και την τρομοκρατία.

Τον 19ο αιώνα, η βιομηχανική επανάσταση και οι τεράστιες κοινωνικές ανισότητες γέννησαν νέες ιδεολογικές συγκρούσεις. 

Ο φιλελευθερισμός έδωσε έμφαση στις ατομικές ελευθερίες, στα δικαιώματα και στην οικονομική πρωτοβουλία. 

Ο σοσιαλισμός ανέδειξε την εκμετάλλευση της εργασίας και την ανάγκη κοινωνικής δικαιοσύνης. 

Ο συντηρητισμός τόνισε τη συνέχεια, την παράδοση και τη σημασία των θεσμών, ενώ ο εθνικισμός συνδέθηκε τόσο με την αυτοδιάθεση των λαών όσο και, σε ορισμένες ιστορικές εκδοχές του, με τον αποκλεισμό και την επιθετικότητα απέναντι σε άλλους λαούς.

Τον 20ό αιώνα, οι ιδεολογίες έγιναν κινητήριες δυνάμεις τεράστιων κοινωνικών αλλαγών, αλλά και αιτίες καταστροφών.

Ο φασισμός και ο ναζισμός συνδέθηκαν με τον ολοκληρωτισμό, τον ρατσισμό, τον πόλεμο και τη γενοκτονία. 

Τα κομμουνιστικά καθεστώτα παρουσίασαν διαφορετικές ιστορικές διαδρομές, ενώ αρκετά από αυτά εξελίχθηκαν σε μονοκομματικά αυταρχικά συστήματα με διώξεις, καταστολή και περιορισμό των ελευθεριών. 

Οι φιλελεύθερες δημοκρατίες, από την πλευρά τους, διεύρυναν δικαιώματα και θεσμούς, αλλά δεν απαλλάχθηκαν από τις κοινωνικές ανισότητες, τις διακρίσεις και τις αντιφάσεις τους.

Το μάθημα της Ιστορίας δεν είναι ότι όλες οι ιδεολογίες είναι ίδιες. 

Δεν είναι.

Είναι ότι οι ιδέες κρίνονται όχι μόνο από όσα υπόσχονται, αλλά και από όσα συμβαίνουν όταν μετατρέπονται σε εξουσία.


2. Ποια ιδεολογία υπερισχύει σήμερα;


Capability Overhang Reshapes AI Market Trends in 2026 - AI CERTs News

Στον 21ο αιώνα, θα ήταν εύκολο να απαντήσουμε ότι υπερισχύει ο καπιταλισμός, ο φιλελευθερισμός, ο εθνικισμός ή κάποια άλλη συγκεκριμένη ιδεολογία. 

Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη.

Δεν υπάρχει μία και μοναδική ιδεολογία που να κυριαρχεί παντού. Υπάρχει ένα πλέγμα ανταγωνιστικών αντιλήψεων, οικονομικών συμφερόντων, πολιτισμικών αξιών και πολιτικών συστημάτων.

Αν εξετάσουμε την παγκόσμια πολιτική και οικονομική πραγματικότητα, μπορούμε να διακρίνουμε ορισμένες βασικές τάσεις.

  • Ο οικονομικός καπιταλισμός εξακολουθεί να αποτελεί το κυρίαρχο πλαίσιο οργάνωσης της παγκόσμιας οικονομίας, με διαφορετικούς βαθμούς κρατικής παρέμβασης και κοινωνικής προστασίας.

  • Ο πολιτικός φιλελευθερισμός εξακολουθεί να επηρεάζει σημαντικά τις αντιλήψεις περί ατομικών δικαιωμάτων, ελευθερίας και περιορισμού της εξουσίας, αλλά αμφισβητείται σε αρκετές χώρες.

  • Ο εθνικισμός παραμένει ισχυρός, ιδιαίτερα όταν οι κοινωνίες αισθάνονται ότι απειλούνται η ασφάλεια, η ταυτότητα ή η οικονομική τους θέση.

  • Οι σοσιαλιστικές και σοσιαλδημοκρατικές ιδέες εξακολουθούν να επηρεάζουν τις διεκδικήσεις για κοινωνική ασφάλεια, εργασιακά δικαιώματα και αναδιανομή του πλούτου.

  • Ο συντηρητισμός εξακολουθεί να εκφράζει την ανάγκη για συνέχεια, παράδοση, κοινωνική συνοχή και σταθερότητα, αν και οι διαφορετικές εκδοχές του διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους.

Οι παραπάνω ιδεολογικές οικογένειες δεν αποτελούν πάντοτε ξεχωριστά και ασύμβατα στρατόπεδα. Πολλά σύγχρονα πολιτικά συστήματα συνδυάζουν στοιχεία διαφορετικών παραδόσεων.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποια ιδεολογία υπερισχύει, αλλά ποια αντίληψη για τον άνθρωπο, την κοινωνία και την εξουσία καθορίζει τις επιλογές μας.

Ζούμε σε κοινωνίες που μιλούν για ελευθερία, αλλά πολλοί άνθρωποι αισθάνονται οικονομικά εγκλωβισμένοι.

Μιλάμε για ισότητα, αλλά οι ανισότητες εξακολουθούν να απασχολούν τις δημόσιες συζητήσεις. 

Διακηρύσσουμε την ειρήνη, ενώ επενδύουμε τεράστιους πόρους στους εξοπλισμούς.

Αυτές οι αντιφάσεις δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι μια συγκεκριμένη ιδεολογία έχει αποτύχει συνολικά. 

Μας υποχρεώνουν, όμως, να εξετάσουμε την απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις και στα αποτελέσματα.

Η δυσαρέσκεια απέναντι στη λειτουργία της δημοκρατίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. 

Σε έρευνα του Pew Research Center που δημοσιεύτηκε στις 30 Ιουνίου 2025, το 64% των ενηλίκων, κατά διάμεσο όρο σε 12 χώρες υψηλού εισοδήματος, δήλωνε δυσαρεστημένο από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η δημοκρατία στη χώρα του. 

Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 81%. Τα ευρήματα αφορούν την αξιολόγηση της λειτουργίας των δημοκρατιών και όχι κατ’ ανάγκη την απόρριψη της δημοκρατικής αρχής.

Αυτό μας οδηγεί σε ένα βαθύτερο ερώτημα: μήπως οι πολίτες δεν αναζητούν απλώς μια καινούργια ιδεολογία, αλλά μια διαφορετική σχέση ανάμεσα στην πολιτική, την εξουσία και την καθημερινή τους ζωή;

3. Οι ιδεολογίες άλλαξαν τον κόσμο. Άλλαξαν, όμως, τον άνθρωπο;

Ας κάνουμε μια διαφορετική σύγκριση.

Όχι μόνο ανάμεσα στις ιδεολογίες, αλλά και ανάμεσα στις αξίες που διακηρύσσουν και στις ανθρώπινες συμπεριφορές που μπορούν να ενθαρρύνουν ή να δικαιολογήσουν.


Ιδεολογική παράδοση

Η βασική της υπόσχεση

Ο κίνδυνος όταν γίνεται απόλυτη

Φιλελευθερισμός

Ελευθερία και δικαιώματα

Η ελευθερία να περιορίζεται στην τυπική ισότητα, χωρίς ουσιαστικές δυνατότητες για όλους

Σοσιαλισμός

Κοινωνική δικαιοσύνη και μείωση των ανισοτήτων

Η επιδίωξη της ισότητας να χρησιμοποιείται για τη δικαιολόγηση υπερβολικής συγκέντρωσης εξουσίας

Συντηρητισμός

Συνέχεια, παράδοση και σταθερότητα

Η προστασία του γνώριμου να μετατρέπεται σε αντίσταση σε αναγκαίες αλλαγές

Εθνικισμός

Συλλογική ταυτότητα και εθνική αυτοδιάθεση

Η αγάπη για την κοινότητα να μετατρέπεται σε εχθρότητα προς άλλες κοινότητες

Θρησκευτικές πολιτικές αντιλήψεις

Ηθικός προσανατολισμός και κοινότητα

Η πίστη να χρησιμοποιείται για την επιβολή και τον αποκλεισμό διαφορετικών ανθρώπων

Φασισμός και ναζισμός

Υπόσχεση εθνικής αναγέννησης, ενότητας και ισχύος

Αυταρχισμός, κατάργηση ελευθεριών, φυλετική ιεράρχηση και βία


Ο πίνακας δεν εξισώνει τις ιδεολογίες ούτε ισχυρίζεται ότι όλες οδηγούν αναπόφευκτα στις αρνητικές εκβάσεις της τελευταίας στήλης. Διακρίνει τις επιδιώξεις από τους κινδύνους που εμφανίζονται όταν μια αντίληψη μετατρέπεται σε δόγμα, όταν η εξουσία δεν ελέγχεται και όταν ο αντίπαλος παύει να αναγνωρίζεται ως ισότιμος άνθρωπος.

Η ιστορία δείχνει ότι μια ιδέα μπορεί να εμπνεύσει κοινωνική πρόοδο, αλλά μπορεί επίσης να γίνει εργαλείο χειραγώγησης.

Ο άνθρωπος που πιστεύει στην ελευθερία μπορεί να υπερασπιστεί τα δικαιώματα εκείνου με τον οποίο διαφωνεί. 

Μπορεί, όμως, να απαιτήσει ελευθερία μόνο για τον εαυτό του.

Ο άνθρωπος που πιστεύει στην ισότητα μπορεί να αγωνιστεί για τους αδύναμους.

Μπορεί, όμως, να θεωρήσει ότι όποιος διαφωνεί μαζί του είναι εχθρός της δικαιοσύνης.

Ο άνθρωπος που αγαπά την πατρίδα του μπορεί να υπηρετεί την κοινωνία του με ανιδιοτέλεια. Μπορεί, όμως, να πιστέψει ότι η αγάπη για την πατρίδα του απαιτεί να υποτιμά τις πατρίδες των άλλων.

Το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται κάθε φορά που η πίστη σε μια ιδέα γίνεται σημαντικότερη από την ηθική ευθύνη απέναντι στον συνάνθρωπο.

Η πολιτική θεωρία έχει εξετάσει αυτήν ακριβώς τη σχέση ανάμεσα στις ιδεολογίες, στις αξίες και στην εξουσία. 

Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένες ιδεολογικές παραδόσεις δίνουν έμφαση στην ελευθερία, άλλες στην ισότητα και άλλες στη διατήρηση της κοινωνικής τάξης.

Η δυσκολία αρχίζει όταν μία αξία διεκδικεί απόλυτη προτεραιότητα και όλες οι υπόλοιπες υποτάσσονται σε αυτήν.


4. Μήπως ο άνθρωπος χρειάζεται μια δική του επανάσταση;

Staying Human: A Poem About Choosing Humanity in a Harsh World

Εδώ βρίσκεται, ίσως, το ουσιαστικότερο σημείο του προβληματισμού μας.

Συνηθίσαμε να πιστεύουμε ότι η αλλαγή του κόσμου ξεκινά από την αλλαγή της εξουσίας. Ότι, αν αναλάβουν άλλοι άνθρωποι, αν εφαρμοστεί ένα διαφορετικό οικονομικό σύστημα ή αν επικρατήσει μια νέα πολιτική αντίληψη, η κοινωνία θα γίνει αυτομάτως καλύτερη.

Αλλά υπάρχει ένα δύσκολο ερώτημα που σπάνια θέτουμε στον εαυτό μας:

Τι συμβαίνει όταν αλλάζει το σύστημα, αλλά ο άνθρωπος που το διαχειρίζεται παραμένει ίδιος;

Αν ο εγωισμός παραμένει, δεν μπορεί να εξαφανιστεί απλώς με μια αλλαγή πολιτικού προγράμματος.

Αν η ανάγκη για κυριαρχία παραμένει, μπορεί να εκδηλωθεί σε διαφορετικούς θεσμούς και με διαφορετικά συνθήματα.

Αν η διαφθορά παραμένει, μπορεί να βρει νέους τρόπους να επιβιώσει.

Αν η μισαλλοδοξία παραμένει, μπορεί να αλλάξει τον στόχο της, χωρίς να αλλάξει την ουσία της.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι θεσμοί, οι νόμοι και τα οικονομικά συστήματα δεν έχουν σημασία. Αντιθέτως, οι θεσμοί μπορούν να περιορίζουν την αυθαιρεσία, να προστατεύουν τα δικαιώματα και να καθιστούν την εξουσία υπόλογη. Δεν πρέπει να περιμένουμε να γίνουν όλοι οι άνθρωποι ενάρετοι για να δημιουργήσουμε μια δίκαιη κοινωνία.

Σημαίνει, όμως, ότι η θεσμική αλλαγή και η προσωπική αλλαγή χρειάζονται η μία την άλλη.

Μια κοινωνία δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην καλή θέληση των ανθρώπων. Αλλά ούτε μπορεί να γίνει πραγματικά ανθρώπινη μόνο με νόμους, αν οι πολίτες της δεν καλλιεργούν την υπευθυνότητα, την ενσυναίσθηση και τον σεβασμό.

Ίσως, λοιπόν, η επανάσταση που χρειαζόμαστε να μην είναι η κατάργηση κάθε ιδεολογίας. Να είναι η απελευθέρωσή μας από την ανάγκη να αντιμετωπίζουμε τις ιδέες μας σαν αλάθητες αλήθειες.

Να μάθουμε να αναρωτιόμαστε αν έχουμε δίκιο, αντί να αναζητούμε διαρκώς αποδείξεις ότι έχουν άδικο οι άλλοι.

Να μπορούμε να αλλάξουμε γνώμη χωρίς να αισθανόμαστε ότι προδίδουμε την ταυτότητά μας.

Να αξιολογούμε έναν άνθρωπο από τις πράξεις του και όχι αποκλειστικά από την πολιτική, κοινωνική ή θρησκευτική του ταυτότητα.

Και, πάνω απ’ όλα, να αναγνωρίζουμε ότι κανένας άνθρωπος και καμία ανθρώπινη θεωρία δεν κατέχει από μόνη της το μονοπώλιο της αλήθειας.

5. Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς ιδεολογίες;

Ίσως όχι. Και ίσως να μην είναι καν επιθυμητό.

Ο άνθρωπος χρειάζεται ιδέες για να ερμηνεύει τον κόσμο, να ιεραρχεί τις αξίες του και να αποφασίζει πώς θέλει να οργανώσει την κοινωνία του. Η απουσία ιδεολογίας δεν εγγυάται την απουσία αδικίας, όπως και η απουσία πολιτικής ταυτότητας δεν εγγυάται την ηθική ανωτερότητα.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι υπάρχουν διαφορετικές ιδεολογίες. Η διαφωνία είναι αναπόφευκτη σε μια ελεύθερη κοινωνία και μπορεί να αποτελέσει πηγή δημιουργίας και προόδου.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ιδεολογία παύει να είναι ένα εργαλείο κατανόησης και γίνεται φυλακή της σκέψης.

Όταν δεν χρησιμοποιούμε πλέον τις ιδέες για να κατανοήσουμε τον κόσμο, αλλά χρησιμοποιούμε τον κόσμο για να επιβεβαιώσουμε τις ιδέες μας.

Όταν δεν κρίνουμε μια πολιτική από τα αποτελέσματά της, αλλά δικαιολογούμε κάθε αποτυχία επειδή προέρχεται από τον δικό μας χώρο.

Όταν απαιτούμε διαφάνεια από τους αντιπάλους μας και προσφέρουμε σιωπή στους δικούς μας.

Και όταν θεωρούμε ότι η ηθική ευθύνη σταματά εκεί όπου αρχίζει η δική μας παράταξη.

Μια ώριμη κοινωνία δεν χρειάζεται ανθρώπους χωρίς πεποιθήσεις. Χρειάζεται ανθρώπους με πεποιθήσεις, αλλά και με την ταπεινότητα να τις επανεξετάζουν.

Χρειάζεται πολίτες που δεν εγκαταλείπουν τις αξίες τους, αλλά δεν επιτρέπουν στις αξίες τους να γίνουν δικαιολογία για την περιφρόνηση του άλλου.

6. Και τελικά, πού καταλήγουμε;

Ίσως το ουσιαστικό ερώτημα του 21ου αιώνα να μην είναι ποια ιδεολογία θα νικήσει την επόμενη.

Ίσως να είναι αν θα καταφέρουμε να περάσουμε από την ανάγκη να νικήσουμε ο ένας τον άλλον στην ικανότητα να συνυπάρχουμε, να συνεργαζόμαστε και να διορθώνουμε τα λάθη μας.

Δεν χρειάζεται να πιστεύουμε όλοι τα ίδια. Δεν χρειάζεται να καταλήξουμε σε μία παγκόσμια ιδεολογία ούτε να καταργήσουμε τις πολιτικές και φιλοσοφικές μας διαφορές.

Χρειάζεται, όμως, να συμφωνήσουμε σε ορισμένα θεμελιώδη όρια: στον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, στην προστασία των δικαιωμάτων, στην απόρριψη της αυθαίρετης βίας, στην ελευθερία της σκέψης και στη λογοδοσία όσων ασκούν εξουσία.

Αυτές οι αρχές δεν απαντούν σε κάθε πολιτικό ή οικονομικό δίλημμα. Μπορούν, όμως, να αποτελέσουν κοινό έδαφος πάνω στο οποίο διαφορετικές ιδεολογίες θα ανταγωνίζονται χωρίς να μετατρέπουν τη διαφωνία σε εχθρότητα.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η σημαντικότερη διάκριση: άλλο να αγωνίζεσαι για μια καλύτερη κοινωνία και άλλο να πιστεύεις ότι μόνο εσύ γνωρίζεις πώς πρέπει να είναι αυτή.

Η πρόοδος δεν μετριέται μόνο με την τεχνολογία που αποκτούμε, τον πλούτο που παράγουμε ή την ισχύ που συγκεντρώνουμε. Μετριέται και από το αν γινόμαστε περισσότερο δίκαιοι, περισσότερο ελεύθεροι, περισσότερο υπεύθυνοι απέναντι στους άλλους.

Αν η ανθρωπότητα κατάφερε να εξελίξει τόσο εντυπωσιακά τα μέσα της, ίσως η μεγάλη πρόκληση να είναι να εξελίξει με την ίδια επιμονή και τον τρόπο με τον οποίο τα χρησιμοποιεί.

Γιατί η γνώση χωρίς ευθύνη μπορεί να γίνει εργαλείο καταστροφής. Η ελευθερία χωρίς σεβασμό μπορεί να γίνει ασυδοσία. Η ισότητα χωρίς προστασία των δικαιωμάτων μπορεί να γίνει επιβολή. Και η αγάπη για μια κοινότητα χωρίς αναγνώριση της αξίας των άλλων μπορεί να γίνει αποκλεισμός.

Το ζητούμενο δεν είναι να εγκαταλείψουμε την αναζήτηση ιδεών. Είναι να μην εγκαταλείψουμε ποτέ την κριτική μας σκέψη και την ανθρωπιά μας.

Επίλογος: Η ιδεολογία του ανθρώπου

Αν έπρεπε, λοιπόν, να αναζητήσουμε μια κοινή αφετηρία πέρα από τις παραδοσιακές ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές, ίσως αυτή να ήταν μια απλή αλλά απαιτητική αρχή:

Να γίνουμε άνθρωποι που δεν χρειάζονται να μειώσουν τον διπλανό τους για να αισθανθούν σημαντικοί.

Άνθρωποι που δεν συγχέουν τη δύναμη με την εξουσία πάνω στους άλλους, την επιτυχία με την εκμετάλλευση και την ελευθερία με την απουσία ευθύνης.

Άνθρωποι που μπορούν να υπερασπίζονται τις απόψεις τους χωρίς να μισούν όσους τις αμφισβητούν.

Άνθρωποι που δεν ζητούν μόνο να αλλάξει ο κόσμος, αλλά εξετάζουν καθημερινά και τη δική τους συμμετοχή σε όσα θέλουν να αλλάξουν.

Ίσως, τελικά, να μη χρειαζόμαστε μια νέα ιδεολογία που θα αντικαταστήσει όλες τις προηγούμενες. Ίσως χρειαζόμαστε μια διαφορετική σχέση με τις ιδεολογίες: λιγότερη τυφλή πίστη, περισσότερη αυτοκριτική, λιγότερο φανατισμό, περισσότερη ευθύνη.

Γιατί καμία θεωρία δεν μπορεί να εγγυηθεί από μόνη της έναν καλύτερο κόσμο. Μπορεί να μας δείξει έναν δρόμο, να μας δώσει εργαλεία και να μας εμπνεύσει. Το πώς θα βαδίσουμε, όμως, εξαρτάται και από τις επιλογές μας.

Και ίσως η μεγαλύτερη επανάσταση να μην είναι να αλλάξουμε τον κόσμο σύμφωνα με την ιδεολογία μας, αλλά να αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι, ώστε να μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν κόσμο στον οποίο θα χωρούν περισσότεροι άνθρωποι, περισσότερες ελευθερίες και περισσότερη δικαιοσύνη.

Γιατί, στο τέλος της διαδρομής, το ερώτημα δεν θα είναι μόνο ποια ιδεολογία υπερίσχυσε στην Ιστορία.

Θα είναι και το εξής:

Μέσα από όλες αυτές τις ιδεολογίες, γίναμε τελικά καλύτεροι άνθρωποι;

Ή μήπως περάσαμε αιώνες προσπαθώντας να αλλάξουμε τον κόσμο, χωρίς να τολμήσουμε να αλλάξουμε πραγματικά τον εαυτό μας;

https://speira7.blogspot.com/


 Το κείμενο αποτελεί φιλοσοφικό και πολιτικό δοκίμιο. Η ιστορική σύγκριση είναι συνοπτική και οι κρίσεις για τις ιδεολογίες αφορούν διαφορετικές ιστορικές εκδοχές τους...

Ο καπιταλισμός, η Ευρώπη και το φάντασμα του πολέμου

 

Ο καπιταλισμός, η Ευρώπη και το φάντασμα του πολέμου

Από τη μεταπολεμική κοινωνική συναίνεση στην εποχή των ανισοτήτων, της ανασφάλειας και του επανεξοπλισμού



Μήπως η Ευρώπη εγκαταλείπει σταδιακά το κοινωνικό συμβόλαιο που της επέτρεψε να οικοδομήσει δεκαετίες ευημερίας, για να επιστρέψει σε μια εποχή ανταγωνισμών, εξοπλισμών και κοινωνικών θυσιών; Και, κυρίως, ποιοι θα πληρώσουν το τίμημα;

«Κάθε πενήντα χρόνια ο καπιταλισμός χρειάζεται έναν πόλεμο για να ισιώσει».

Η φράση είναι προκλητική και δεν αποτελεί ιστορικό νόμο. Ωστόσο, συμπυκνώνει έναν προβληματισμό που επανέρχεται σε περιόδους μεγάλων οικονομικών και γεωπολιτικών ανακατατάξεων: τη σχέση ανάμεσα στις κρίσεις του οικονομικού συστήματος, στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων και στην προσφυγή στον πόλεμο.

Ο πόλεμος δεν είναι αναπόφευκτη λύση για τον καπιταλισμό ούτε όλες οι πολεμικές συγκρούσεις εξηγούνται από οικονομικά συμφέροντα. Η ιστορία, όμως, δείχνει ότι η οικονομική ισχύς, η πρόσβαση σε πρώτες ύλες, ο έλεγχος αγορών και δρόμων εμπορίου, καθώς και ο ανταγωνισμός για γεωπολιτική κυριαρχία μπορούν να αποτελέσουν σημαντικούς παράγοντες πολεμικών συγκρούσεων.

Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν ο καπιταλισμός χρειάζεται υποχρεωτικά έναν πόλεμο κάθε μισό αιώνα. Είναι αν, όταν το οικονομικό και πολιτικό σύστημα αδυνατεί να διαχειριστεί τις αντιφάσεις του, το κόστος μεταφέρεται στους εργαζομένους, στα λαϊκά στρώματα και τελικά στους ίδιους τους λαούς.

Η μεταπολεμική Ευρώπη: Όταν η οικονομία υπηρετούσε και την κοινωνία

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με την καταστροφή, τη φτώχεια και την ανάγκη να οικοδομήσει ξανά τις οικονομίες και τους θεσμούς της. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες διαμορφώθηκε ένα διαφορετικό κοινωνικό και οικονομικό υπόδειγμα, ιδιαίτερα στη Δυτική Ευρώπη.

Η περίοδος από το 1945 έως περίπου τα μέσα της δεκαετίας του 1970 χαρακτηρίστηκε από την ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους, τη διεύρυνση των κοινωνικών δικαιωμάτων, την επέκταση της δημόσιας εκπαίδευσης και της υγειονομικής περίθαλψης, την ενίσχυση της κοινωνικής ασφάλισης και την επιδίωξη υψηλής απασχόλησης. Η ιστορική έρευνα περιγράφει αυτή την εποχή ως τη «χρυσή περίοδο» ανάπτυξης του κράτους πρόνοιας.

Δεν επρόκειτο για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, ταξικές αντιθέσεις ή πολιτικές συγκρούσεις. Η μεταπολεμική ανάπτυξη βασίστηκε επίσης στην ανασυγκρότηση των οικονομιών, στην τεχνολογική πρόοδο, στη διεθνή εμπορική επέκταση και σε ευνοϊκές δημογραφικές και παραγωγικές συνθήκες.

Ωστόσο, υπήρξε μια κρίσιμη πολιτική επιλογή: η οικονομική ανάπτυξη έπρεπε να μεταφράζεται, τουλάχιστον σε σημαντικό βαθμό, σε βελτίωση της ζωής των πολλών.

Τα συνδικάτα διεκδίκησαν και κατέκτησαν δικαιώματα. Οι συλλογικές συμβάσεις ενίσχυσαν τη διαπραγματευτική θέση των εργαζομένων. Οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν σε πολλές χώρες, ενώ η φορολογία, οι δημόσιες επενδύσεις και οι κοινωνικές παροχές περιόρισαν ορισμένες από τις πιο ακραίες μορφές ανισότητας.

Στο πολιτικό πεδίο, σοσιαλδημοκρατικά, σοσιαλιστικά και χριστιανοδημοκρατικά κόμματα, παρά τις ουσιαστικές διαφορές τους, συνέβαλαν με διαφορετικούς τρόπους στη διαμόρφωση συστημάτων μικτής οικονομίας, όπου η αγορά συνυπήρχε με ισχυρούς δημόσιους θεσμούς και κοινωνικές εγγυήσεις.

Αυτός ο συμβιβασμός δεν ήταν αυτονόητος. Ήταν αποτέλεσμα κοινωνικών αγώνων, πολιτικών συσχετισμών και ιστορικών συνθηκών.

Η αστική δημοκρατία απέκτησε έτσι μεγαλύτερη κοινωνική νομιμοποίηση, καθώς σημαντικά τμήματα της εργατικής τάξης και των μεσαίων στρωμάτων είδαν ότι η συμμετοχή τους στο πολιτικό σύστημα μπορούσε να συνδεθεί με απτά αποτελέσματα: καλύτερους μισθούς, ασφάλεια, κοινωνική κινητικότητα και προοπτική για τις επόμενες γενιές.

Η αμερικανική ηγεμονία και τα όρια της ευρωπαϊκής αυτονομίας

Η μεταπολεμική ευημερία δεν αναπτύχθηκε σε γεωπολιτικό κενό.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδείχθηκαν σε κυρίαρχη δύναμη του δυτικού κόσμου, προσφέροντας στρατιωτική προστασία στους Ευρωπαίους συμμάχους τους και διαδραματίζοντας κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής οικονομικής τάξης.

Η Ευρώπη ωφελήθηκε από αυτή τη σχέση, αλλά συγχρόνως εξαρτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την αμερικανική στρατηγική. Η εξάρτηση αυτή δεν σήμαινε ότι τα ευρωπαϊκά κράτη δεν είχαν δικές τους πολιτικές, ούτε ότι απέφευγαν τις στρατιωτικές δαπάνες. Σήμαινε, όμως, ότι η ασφάλεια της Δυτικής Ευρώπης στηρίχθηκε σε σημαντικό βαθμό στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία.

Υπήρξαν, βεβαίως, προσπάθειες για μεγαλύτερη ανεξαρτησία. Η πολιτική του Σαρλ ντε Γκωλ στη Γαλλία επιδίωξε μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, ενώ η ανατολική πολιτική του Βίλι Μπραντ επιχείρησε να μειώσει τις εντάσεις του Ψυχρού Πολέμου μέσα από τον διάλογο και την προσέγγιση με την Ανατολική Ευρώπη.

Η μεταπολεμική τάξη, επομένως, συνδύαζε δύο πραγματικότητες: την ανάπτυξη κοινωνικών δικαιωμάτων στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών και τη διατήρηση ενός διεθνούς συστήματος στρατηγικών ανταγωνισμών.

Αυτή η αντίφαση δεν εξαφανίστηκε ποτέ. Σήμερα, όμως, επανέρχεται με ιδιαίτερη ένταση.

Από τη δεκαετία του 1980 στη χρηματιστικοποίηση της οικονομίας

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και κυρίως κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, η οικονομική πολιτική σε μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου άρχισε να αλλάζει κατεύθυνση.

Η απορρύθμιση αγορών, οι ιδιωτικοποιήσεις, η απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών ροών, η αποδυνάμωση ορισμένων συλλογικών διαπραγματευτικών θεσμών και η ενίσχυση της διεθνούς κινητικότητας του κεφαλαίου περιόρισαν, σε διαφορετικό βαθμό ανά χώρα, τα περιθώρια άσκησης παραδοσιακών κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών.

Η αγορά παρουσιάστηκε όλο και περισσότερο ως ο αποτελεσματικότερος μηχανισμός κατανομής των πόρων, ενώ το κράτος και οι κοινωνικές παρεμβάσεις αντιμετωπίστηκαν συχνά ως εμπόδια στην ανταγωνιστικότητα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ιδιωτικοποίηση ή κάθε μορφή απελευθέρωσης των αγορών είχε τα ίδια αποτελέσματα. Σημαίνει, όμως, ότι η ισορροπία ανάμεσα στην οικονομική ελευθερία και στην κοινωνική προστασία μετατοπίστηκε.

Η χρηματοπιστωτική οικονομία απέκτησε μεγαλύτερο βάρος, ενώ η παραγωγή, η εργασία και οι μακροπρόθεσμες δημόσιες επενδύσεις βρέθηκαν συχνά αντιμέτωπες με την πίεση για άμεσες αποδόσεις.

Η έρευνα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τη χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση έχει καταγράψει ότι η απελευθέρωση των διεθνών κεφαλαιακών ροών συνδέεται, κατά μέσο όρο, με αύξηση της ανισότητας, ενώ τα οφέλη για την οικονομική παραγωγή διαφοροποιούνται ανάλογα με τις συνθήκες κάθε χώρας.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν οι αγορές πρέπει να υπάρχουν. Είναι αν μπορούν να λειτουργούν χωρίς αποτελεσματικούς δημοκρατικούς κανόνες, χωρίς κοινωνικές αντισταθμίσεις και χωρίς λογοδοσία για τις συνέπειες των αποφάσεών τους.

Μια οικονομία μπορεί να παράγει περισσότερο πλούτο και ταυτόχρονα να τον κατανέμει με τρόπο που αφήνει μεγάλα τμήματα της κοινωνίας με λιγότερη ασφάλεια και μικρότερες δυνατότητες.

Αυτό είναι το κρίσιμο πρόβλημα της εποχής μας.

Η ευρωπαϊκή κρίση και το κόστος της λιτότητας

Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και η κρίση δημόσιου χρέους στην Ευρωζώνη αποκάλυψαν τις αδυναμίες του ευρωπαϊκού οικονομικού οικοδομήματος.

Η κοινή νομισματική πολιτική δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχα ισχυρή κοινή δημοσιονομική και κοινωνική πολιτική. Οι οικονομίες των κρατών-μελών διέφεραν ως προς την παραγωγικότητα, τη βιομηχανική τους βάση, την ανταγωνιστικότητα και τη δυνατότητα χρηματοδότησης των αναγκών τους.

Η κρίση έφερε στην επιφάνεια αυτά τα προβλήματα και ανέδειξε το κόστος της απουσίας επαρκών κοινών μηχανισμών σταθεροποίησης.

Σε αρκετές περιπτώσεις, η δημοσιονομική προσαρμογή εφαρμόστηκε σε συνθήκες ύφεσης, ανεργίας και χρηματοπιστωτικής ασφυξίας. Οι περικοπές δαπανών, η πίεση στους μισθούς και η συρρίκνωση της ζήτησης επιβάρυναν την καθημερινότητα μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού.

Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναγνωρίσει, σε οικονομικές μελέτες της, ότι η δημοσιονομική εξυγίανση κατά τη διάρκεια συστημικών χρηματοπιστωτικών κρίσεων είναι δυσκολότερη και ότι η απουσία δυνατότητας συναλλαγματικής προσαρμογής στην Ευρωζώνη μπορεί να περιπλέξει την αντιμετώπιση προβλημάτων ανταγωνιστικότητας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δημοσιονομικός περιορισμός είναι λανθασμένος ή ότι η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους δεν έχει σημασία. Σημαίνει ότι η οικονομική πολιτική πρέπει να αξιολογείται και με βάση το κοινωνικό της κόστος, τη χρονική συγκυρία και τις πραγματικές δυνατότητες ανάκαμψης.

Η ελληνική εμπειρία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των κοινωνικών συνεπειών μιας παρατεταμένης κρίσης και μιας επώδυνης προσαρμογής.

Για πολλούς πολίτες, η υπόσχεση ότι η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα εξασφάλιζε σταθερότητα και σύγκλιση συνδέθηκε με μια διαφορετική πραγματικότητα: ανεργία, απώλεια εισοδήματος, ανασφάλεια και αίσθηση περιορισμένης δημοκρατικής επιρροής στις κρίσιμες οικονομικές αποφάσεις.

Όταν η κοινωνία αντιλαμβάνεται ότι καλείται να πληρώνει επανειλημμένα το κόστος των κρίσεων χωρίς να συμμετέχει ισότιμα στα οφέλη της ανάπτυξης, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς διαβρώνεται.

Και εκεί ακριβώς δημιουργείται ένα επικίνδυνο πολιτικό κενό.

Η ανασφάλεια ως έδαφος για την Ακροδεξιά

Η οικονομική ανασφάλεια δεν οδηγεί αυτομάτως στον φασισμό. Η άνοδος της Ακροδεξιάς έχει πολλές αιτίες: πολιτισμικές αντιπαραθέσεις, μεταναστευτικά ζητήματα, κρίση εμπιστοσύνης στα παραδοσιακά κόμματα, εθνικιστικές αντιλήψεις, επιρροή των μέσων ενημέρωσης και ψηφιακή διάδοση της παραπληροφόρησης.

Ωστόσο, όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι χάνουν τον έλεγχο της ζωής τους, ότι η εργασία δεν τους εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση και ότι οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από τις ανάγκες τους, οι αντιδημοκρατικές δυνάμεις μπορούν να εκμεταλλευτούν αυτή την απογοήτευση.

Η ακροδεξιά πολιτική επιχειρεί συχνά να μετατρέψει σύνθετα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα σε μια απλουστευτική σύγκρουση ταυτοτήτων: οι «δικοί μας» εναντίον των «άλλων», το έθνος εναντίον των ξένων, ένας πολιτισμός εναντίον ενός άλλου.

Έτσι, οι κοινωνικές αντιθέσεις απομακρύνονται από τα ζητήματα της κατανομής του πλούτου, της ισχύος των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και της ποιότητας των δημοκρατικών θεσμών.

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η υποτίμηση των πραγματικών ανησυχιών των πολιτών. Ούτε η αναπαραγωγή του ίδιου του φόβου που τροφοδοτεί τον αυταρχισμό.

Χρειάζεται μια πολιτική που να αποκαθιστά την κοινωνική ασφάλεια, να ενισχύει τη δημοκρατική συμμετοχή και να αντιμετωπίζει τις ανισότητες χωρίς να μετατρέπει τον γείτονα ή τον διαφορετικό σε εχθρό.

Ο νέος εξοπλισμός της Ευρώπης: ασφάλεια για ποιον και με ποιο κόστος;

Σήμερα, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η επιδείνωση των διεθνών ανταγωνισμών και η αβεβαιότητα για τη μελλοντική στάση των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν επαναφέρει την άμυνα και την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης.

Η ανάγκη προστασίας των ευρωπαϊκών κοινωνιών από πραγματικές απειλές δεν μπορεί να απορριφθεί με συνθήματα. Κάθε κράτος έχει ευθύνη να προστατεύει τους πολίτες του, ενώ οι χώρες που αντιμετωπίζουν άμεσες απειλές έχουν εύλογους λόγους να αναζητούν αποτελεσματικές εγγυήσεις ασφάλειας.

Το ερώτημα, όμως, είναι ποια στρατηγική ασφάλειας επιλέγεται, ποιους στόχους υπηρετεί και ποιος αναλαμβάνει το οικονομικό της βάρος.

Εάν η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών συνοδεύεται από περιορισμό των κοινωνικών επενδύσεων, υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών ή επιβάρυνση των χαμηλότερων εισοδημάτων, τότε η κοινωνία δικαιούται να απαιτήσει διαφάνεια, λογοδοσία και ουσιαστική δημοκρατική συζήτηση.

Η ασφάλεια δεν είναι μόνο στρατιωτική υπόθεση. Είναι και η δυνατότητα του πολίτη να έχει εργασία, αξιοπρεπή κατοικία, πρόσβαση στην υγεία, ποιοτική εκπαίδευση και ένα μέλλον χωρίς διαρκή φόβο.

Μια Ευρώπη που εξοπλίζεται, αλλά αδυνατεί να προσφέρει προοπτική στους νέους της, κινδυνεύει να υπονομεύσει την κοινωνική συνοχή που αποτελεί προϋπόθεση της δημοκρατικής της ανθεκτικότητας.

Η πραγματική συζήτηση, συνεπώς, δεν πρέπει να περιορίζεται σε ένα δίλημμα ανάμεσα στην άμυνα και στην κοινωνική πολιτική. Πρέπει να αφορά τον δημοκρατικό έλεγχο των εξοπλισμών, την αποτροπή της κλιμάκωσης, τη διπλωματία, την προστασία των ευρωπαϊκών κοινωνιών και τη δίκαιη κατανομή των βαρών.

Τι θα μπορούσε να σημαίνει μια διαφορετική ευρωπαϊκή πορεία;

Η επιστροφή στο μεταπολεμικό μοντέλο δεν είναι ούτε απλή ούτε αυτονόητα επιθυμητή σε όλες του τις διαστάσεις. Ο κόσμος έχει αλλάξει, οι οικονομίες είναι περισσότερο διασυνδεδεμένες και οι σύγχρονες προκλήσεις απαιτούν νέες λύσεις.

Ωστόσο, ορισμένα βασικά διδάγματα παραμένουν επίκαιρα.

Πρώτον, η εργασία χρειάζεται ξανά πραγματική διαπραγματευτική δύναμη. Οι συλλογικές συμβάσεις, η προστασία των εργαζομένων και η αύξηση των πραγματικών μισθών δεν είναι εμπόδια στην κοινωνική πρόοδο. Αποτελούν βασικά εργαλεία για τη δίκαιη κατανομή του παραγόμενου πλούτου.

Δεύτερον, η Ευρώπη χρειάζεται μια παραγωγική και βιομηχανική στρατηγική. Η πράσινη μετάβαση, η τεχνολογία, η ενέργεια και οι κρίσιμες υποδομές απαιτούν μακροπρόθεσμες επενδύσεις, δημόσιο σχεδιασμό και συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών.

Τρίτον, οι χρηματοπιστωτικές αγορές χρειάζονται αποτελεσματικούς κανόνες. Η ελευθερία κίνησης των κεφαλαίων δεν μπορεί να αποτελεί αυτοσκοπό όταν δημιουργεί συστημικούς κινδύνους ή επιβαρύνει δυσανάλογα την κοινωνία. Η φορολογική δικαιοσύνη, η εποπτεία και η αντιμετώπιση της φοροαποφυγής είναι αναγκαία στοιχεία μιας βιώσιμης οικονομικής πολιτικής.

Τέταρτον, η δημοκρατία πρέπει να αποκτήσει ουσιαστικό κοινωνικό περιεχόμενο. Οι πολίτες δεν αρκεί να ψηφίζουν κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια. Χρειάζονται θεσμούς διαβούλευσης, διαφάνεια, λογοδοσία και πραγματικές δυνατότητες επιρροής στις αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή τους.

Πέμπτον, η ειρήνη πρέπει να αποτελεί ενεργό πολιτική επιλογή. Η διπλωματία, η αποκλιμάκωση, οι συμφωνίες ελέγχου των εξοπλισμών και η διεθνής συνεργασία δεν είναι ενδείξεις αδυναμίας. Είναι εργαλεία για να αποτραπεί η μετατροπή των γεωπολιτικών ανταγωνισμών σε γενικευμένες καταστροφές.

Καμία από αυτές τις επιλογές δεν είναι εύκολη. Όλες, όμως, προϋποθέτουν μια πολιτική αντίληψη που δεν αντιμετωπίζει την κοινωνία ως παθητικό αποδέκτη αποφάσεων που λαμβάνονται αλλού.

Δεν θα πληρώσουν οι λαοί τις αντιφάσεις των ισχυρών

Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται με μαθηματική ακρίβεια. Δεν υπάρχει ένας αόρατος μηχανισμός που επιβάλλει έναν μεγάλο πόλεμο κάθε πενήντα χρόνια για να αποκαταστήσει τις ισορροπίες του καπιταλισμού.

Υπάρχει, όμως, ένας πραγματικός κίνδυνος: σε περιόδους κρίσης, οι κοινωνίες να βρεθούν αντιμέτωπες με μια διπλή επιβάρυνση. Πρώτα να πληρώσουν το κόστος της οικονομικής αστάθειας και έπειτα να κληθούν να αναλάβουν το κόστος μιας παρατεταμένης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.

Οι εργαζόμενοι, οι νέοι, οι συνταξιούχοι και οι μικρές επιχειρήσεις δεν πρέπει να θεωρούνται αυτονόητοι χρηματοδότες κάθε αποτυχίας του οικονομικού σχεδιασμού ή κάθε στρατηγικής επιλογής των κυβερνήσεων.

Η Ευρώπη έχει μπροστά της μια κρίσιμη επιλογή. Μπορεί να επενδύσει σε μια κοινωνία μεγαλύτερης ισότητας, παραγωγικής ανασυγκρότησης και δημοκρατικής συμμετοχής ή να αφήσει τον φόβο, τον εθνικισμό και τον ανταγωνισμό των εξοπλισμών να καθορίσουν τις προτεραιότητές της.

Η επιλογή αυτή δεν αφορά μόνο τους οικονομικούς δείκτες. Αφορά το είδος της κοινωνίας στην οποία θέλουμε να ζήσουμε.

Δεν χρειαζόμαστε έναν πόλεμο για να «ισιώσει» η οικονομία. Χρειαζόμαστε μια οικονομία που να μη χρειάζεται κοινωνικές καταστροφές για να διατηρείται όρθια.

Και, πάνω απ’ όλα, χρειαζόμαστε μια Ευρώπη που να θυμάται ότι η ευημερία δεν μετριέται μόνο με την ανταγωνιστικότητα των αγορών ή με το μέγεθος των στρατιωτικών προϋπολογισμών, αλλά και με την ασφάλεια, την αξιοπρέπεια και τις δυνατότητες ζωής των ανθρώπων της.

Γιατί, στο τέλος, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει:

Θα πληρώσουν και πάλι οι πολλοί τις αποφάσεις των λίγων ή θα διεκδικήσουν το δικαίωμα να καθορίζουν οι ίδιοι το μέλλον τους;

Και σε κάθε περίπτωση, κανένας λαός δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αναλώσιμος σε έναν πόλεμο που δεν επέλεξε.

https://speira7.blogspot.com/