Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2017

Αποσπάσματα από τις σκέψεις του Wassily Kandinsky στο βιβλίο του Για το Πνευματικό στην Τέχνη (1910)

«Το Χρώμα είναι τα πλήκτρα, τα μάτια είναι τα σφυριά, η ψυχή είναι το πιάνο με τις πολλές χορδές. Ο καλλιτέχνης είναι το χέρι που παίζει, ακουμπώντας το ένα ή το άλλο πλήκτρο (=φόρμα), τη μία νότα μετά την άλλη, για να δημιουργήσει δονήσεις στην ψυχή».[1]

Wassily Kandinsky, Σύνθεση, 1923

Σύμφωνα με τον Καντίνσκυ το χρώμα εμπεριέχει μία δύναμη που είναι τεράστια, μία δύναμη η οποία μπορεί να επηρεάσει όλο το ανθρώπινο σώμα.
Ο Καντίνσκυ πίστευε ότι το χρώμα, όπως ο ήχος, προκαλεί συναισθήματα. Μαζί με τα άλλα μορφολογικά στοιχεία (γραμμή, σχήμα, υφή, κ.ά.) το χρώμα, όπως και η μουσική, είναι μία γλώσσα, η οποία έχει το δικό της τρόπο να επικοινωνεί με όλους.
«Όχι δίχως λόγο είναι π.χ. γενικά συνηθισμένο να χαρακτηρίζονται σχέδια υφασμάτων ως εύθυμα, σοβαρά, καταθλιπτικά, ζωηρά, με τα ίδια δηλαδή επίθετα, τα οποία χρησιμοποιούν πάντοτε οι μουσικοί (allegro, serioso, grave, vivace, κ.ο.κ.) για να καθορίσουν την εκτέλεση ενός κομματιού»[2].
Πίστευε ότι κάθε χρώμα, ή μάλλον αισθανόταν ότι κάθε χρώμα είχε έναν εγγενή χαρακτήρα, ο οποίος προσδιοριζόταν από τη σχέση του με το αντίθετο χρώμα. Για παράδειγμα θετικό/αρνητικό όπως λέμε μινόρε/ματζιόρε, ελάσσον/ήσσον, θερμό/ψυχρό, ενεργητικό/παθητικό, θηλυκό/αρσενικό. Πίστευε δε ότι αυτά τα χαρακτηριστικά, σε ένα εσωτερικό, διαισθητικό επίπεδο και σε ορισμένους συνδυασμούς, μπορούσαν να μεταδώσουν ένα συναίσθημα ή μία ιδέα στο θεατή. Η μορφή είναι η εξωτερίκευση του εσωτερικού περιεχομένου.[3]

Μιλώντας γενικά,  θερμό ή ψυχρό σημαίνει ένα χρώμα, το οποίο αντίστοιχα τείνει προς το κίτρινο ή το μπλε.
Αυτή η διαφορά ουσιαστικά είναι στηριγμένη στο πόσο υλική ή στο πόσο πνευματική είναι η ποιότητα του χρώματος.
 Τα θερμά χρώματα έρχονται ΠΡΟΣ το θεατή. Τα ψυχρά απομακρύνονται ΑΠΟ το θεατή.
Η σχέση της Μουσικής με τη Ζωγραφική, η σχέση του ήχου και του χρώματος, στηρίζονται στη θεωρία που ο Καντίνσκυ ονομάζει συναισθησία (synaesthesia). Είναι αυτή η συναισθητική εντύπωση που σαν αισθητήρας μεταφέρει στην ψυχή μία δόνηση, όπως ο ήχος από καλά παιγμένα βιολιά, που δονεί όλα τα μέρη και τις ίνες της ψυχής.

Ο Καντίνσκυ ήταν και μουσικός, έτσι είχε τις δικές του εμπειρίες.
Το χρώμα, έγραφε,  είναι «τα πλήκτρα και είναι δουλειά του καλλιτέχνη να κάνει την ευαίσθητη ψυχή να δονείται με αυτό ή τον άλλον ήχο».
Η συναισθησία  (ή συνήχηση)[4] είναι το φαινόμενο κατά το οποίο οι αισθήσεις όχι μόνο δεν δρουν διαφορετικά η μία από την άλλη, αλλά άμεσα μεταφέρουν τις αντιδράσεις η μία της άλλης, έτσι ώστε κάποιος να «ακούει» το χρώμα και να «βλέπει» τους ήχους.
Η συναίσθηση γίνεται αντιληπτή όταν κανείς προσεγγίσει τη φύση όχι εξωτερικά αλλά εσωτερικά.

Παραθέτουμε μερικές σημειώσεις για τη Φύση των Χρωμάτων

ΚΙΤΡΙΝΟ
Θερμό, διεγερτικό, ενοχλητικό για τους ανθρώπους, τυπικά γήινο, αντιπροσωπεύει την τυφλή τρέλα, τη φρενίτιδα, την κατάληψη της μανίας. Δυνατές, οξείες τρομπέτες, φανφάρες.[5]

ΚΟΚΚΙΝΟ
Ζεστό, πολύ ζωντανό, ζωηρό, ανήσυχο, με τεράστια ενσυνείδητη δύναμη. Το ανοικτό ζεστό κόκκινο εγείρει συναισθήματα δύναμης, ενεργητικότητας, δραστηριότητας, αποφασιστικότητας, χαράς, θριάμβου. Θυμίζει τον ήχο από φανφάρες, ενώ συνηχεί και η τούμπα ως πείσμων, φορτικός, δυνατός τόνος.
ΜΠΛΕ
Βαθύ, ήρεμο, εσωτερικό, όσο βαθύτερο τόσο καλεί τον άνθρωπο στο άπειρο. Είναι το χρώμα του ουρανού, έτσι όπως τον φανταζόμαστε όταν ακούμε τον ήχο της λέξης «ουρανός».
Όσο βυθίζεται στο μαύρο, προσλαμβάνει την παρήχηση μιάς μη ανθρώπινης θλίψης. Όταν μεταβαίνει προς το ανοιχτό, γίνεται απόμακρο και αδιάφορο, όπως ο απέραντος γαλάζιος ουρανός.
Το ανοιχτό μπλε ηχεί σαν τον αυλό ενώ το σκούρο σαν το τσέλο. Το μπλε όσο βαθαίνει τόσο μοιάζει με τους εξαίσιους ήχους ενός κοντραμπάσο. Σε βαθύτερη, πιο πανηγυρική μορφή, ο ήχος του μπλε μπορεί να παραβληθεί με εκείνον ενός μπάσο αρμόνιο.[6]

ΛΕΥΚΟ
Ένα μη χρώμα, είναι σαν μία μεγάλη σιωπή.
Είναι ένα τίποτα που είναι νεαρό. Έτσι ηχούσε ίσως η γη στις λευκές εποχές της περιόδου των πάγων.
Το χρώμα της καθαρής χαράς και της άσπιλης αγνότητας.
Ηχεί εσωτερικά σαν ένας μη ήχος, αντιστοιχεί στις παύσεις στη μουσική, που διακόπτουν, πρόσκαιρα μόνον, την ανάπτυξη ενός μέρους.[8]

ΜΑΥΡΟ
Ένα τίποτε δίχως δυνατότητες. Ένα νεκρό τίποτε μετά το σβήσιμο του ήλιου, σαν μία αιώνια σιωπή δίχως μέλλον κι ελπίδα.
Μουσικά αντιστοιχεί σε μία ολοκληρωτική παύση. Ο κύκλος έκλεισε. Το μαύρο είναι κάτι που έχει εκλείψει, κάτι ακίνητο, σαν ένα πτώμα.
Το μαύρο είναι το χρώμα (μη χρώμα με την έννοια της χροιάς) του βαθύτερου πένθους και σύμβολο του θανάτου.
Εξωτερικά στερείται ήχου και για αυτό πάνω του ηχεί εντονότερα κάθε άλλο χρώμα ακόμα και εκείνο που ηχεί ασθενέστατα.[9]

ΓΚΡΙ
Η ισορροπία του άσπρου και του μαύρου. Στερείται ήχου και κίνησης. Είναι η ακινησία που είναι απαρηγόρητη. Όσο πιο σκούρο τόσο πιο αποπνικτικό. Ανοιχτότερο έχει μία δυνατότητα αναπνοής.[10]

ΠΡΑΣΙΝΟ
Ανάμιξη του μπλε με κίτρινο
Σταθερό, ειρηνικό, μα με κρυμμένη δύναμη, παθητικό
Είναι το χρώμα του καλοκαιριού όπου η φύση έχει ξεπεράσει τη θυελλώδη και ορμητική περίοδο της χρονιάς, την άνοιξη, και έχει βυθιστεί σε μία όλο ικανοποίηση ηρεμία. «Είναι το πράσινο αυτό όπως μία χοντρή, υγιέστατη ξαπλωμένη ακίνητη αγελάδα, η οποία μηρυκάζοντας παρατηρεί τον κόσμο με ηλίθιο, απαθές βλέμμα».
Ηχεί σαν τους ήρεμους, μακρόσυρτους, μέσου βάθους, ήχους βιολιού.[7]


ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
Ανάμιξη του κόκκινου με το κίτρινο.
Μοιάζει με τον πεπεισμένο για τις δυνάμεις του άνθρωπο και προκαλεί μία ιδιαίτερη υγιή αίσθηση. Είναι το χρώμα του πλούτου.
Ηχεί σαν μεσαία καμπάνα εκκλησίας που καλεί για προσευχή ή σαν μία δυνατή γέρικια φωνή, σαν ένα παλιό βιολί πoυ τραγουδάει σε λάργκο.[13]

ΒΙΟΛΕ
Ανάμιξη του μπλε και του κόκκινου.
Έχει την τάση να απομακρύνεται από τον άνθρωπο. Έχει κάτι αρρωστημένο, σβησμένο, κάτι θλιμμένο εντός του. Είναι το κατάλληλο για ενδύματα ηλικιωμένων γυναικών. Οι Κινέζοι το χρησιμοποιούν ως χρώμα των ενδυμάτων του πένθους.
Ηχεί σαν το αγγλικό κόρνο, τη φλογέρα, και στο βάθος, μοιάζει με τους βαθείς ήχους των ξύλινων πνευστών π.χ ενός φαγκότο.

ΡΟΖ 
Ανάμιξη του κόκκινου με άσπρο. 
Ψυχρό, σαν νεανική, αγνή χαρά, σαν δροσερή άσπιλη μορφή κοριτσιού.
Ηχεί σαν διαυγείς, κελαϊδιστοί ήχοι βιολιού. [11]      
                                                                                                                                   ΚΑΦΕ
Ανάμιξη του κόκκινου με μαύρο.
Είναι αμβλύ, σκληρό, ελάχιστα ικανό για κίνηση. Όμως από τα βάθη του, το  κόκκινο αναδύεται ακόμα δυνατό και βίαιο.
Το καφέ που κοκκινίζει ηχεί σαν την τούμπα και μπορεί να παραλληλισθεί με δυνατές τυμπανοκρουσίες.[12]

-----------------------------------------------------------------------------------


Οι τίτλοι που έδινε στα έργα του ο Καντίνσκυ δεν ήταν τυχαίος. Προέρχονταν από τρεις διαφορετικές πρωταρχικές-γεννεσιουργές πηγές.
1.τις άμεσες εντυπώσεις από την «εξωτερική φύση», οι οποίες εκφράζονται με σχεδιαστικές-ζωγραφικές φόρμες, τις ονόμασε «Eντυπώσεις» (Ιmpressionen).
2.τις κυρίως ασυνείδητες εκφράσεις, εκείνες οι οποίες στο μεγαλύτερο μέρος τους βγήκαν ξαφνικά, δηλαδή εκφράσεις διαδικασιών εσωτερικού χαρακτήρα, εντυπώσεις επομένως από την «εσωτερική φύση», τις ονόμασε «Αυτοσχεδιασμούς» (Improvisationen).
3.τις διαμορφωμένες εντός του εκφράσεις, εκείνες τις οποίες εξετάζει και επεξεργάζεται για  πολύ καιρό και σχεδόν σχολαστικά μετά από τα πρώτα σχέδια , τις ονόμασε «Σύνθεση» (Komposition).

Και όπως επεξηγεί ο ίδιος «καθοριστικό ρόλο παίζει εδώ ο Λόγος, το Συνειδητό, το Σκόπιμο, το Επωφελές (=χρώματα ή ήχοι που συνηχούν όμορφα)» [14], μία επεξήγηση που πρέπει να καταλάβουμε καλά, για να αντιληφθούμε τις προηγούμενες κατηγορίες.
----------------------------------------------------------------------


ΜΙΚΡΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Το έργο τέχνης είναι μία πράξη. Ένα γίγνεσθαι, το οποίο όταν αποκρυσταλλωθεί μας δίνει το αποτέλεσμα στη μορφή με την οποία διαλέξαμε να αποτυπώσουμε αυτή την πράξη.
Παρότι έχουν περάσει σχεδόν 100 χρόνια από τη δράση του Καντίνσκυ και τη σκέψη του, θα παραθέσουμε τα λόγια του, καθώς μοιάζει να τα έχει πει πρόσφατα:
«Τελικά είναι πολύ καλύτερα να πετάξεις την παλέτα σου στο μουσαμά, να σπάσεις το γύψο ή το μάρμαρο με τη γροθιά ή με το σφυρί, να καθίσεις με κρότο στα πλήκτρα του πιάνου, παρά να σκαλίζεις άψυχα το πεδίο μιας παραδοσιακής και νεκρής φόρμας […] Σε τελευταία ανάλυση, μία ζωντανή πεταλούδα είναι προτιμότερη από ένα λιοντάρι νεκρό».[15]






[1] Kandinsky, Wassily, Για το Πνευματικό στην Τέχνη, μετάφρ. Μ.Παράσχης, εκδ.1981, Αθήνα: 1981, σ.84
[2] στο ίδιο, σ. 128
[3]  στο ίδιο, σ.83
[4] στο ίδιο, σ.138
[5] στο ίδιο, σ.104
[6] στο ίδιο, σ.106
[7] στο ίδιο, σ.108
[8] στο ίδιο, σ.110
[9] στο ίδιο, σ.111
[10] στο ίδιο, σ.111
[11] στο ίδιο, σ.112
[12] στο ίδιο, σ.114
[13] στο ίδιο, σ.115
[14] στο ίδιο, σ. 137
[15] στο ίδιο, σ.28

πηγή:http://tehnisthemata.blogspot.gr

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Η αγάπη είναι μόνο μία

 

                                Η αγάπη είναι μόνο μία

                                                                                                                   αποσπάσματα από βιβλία


Μπορώ να κάνω ένα σωρό πράγματα για να σου εκφράσω, να σου δείξω, να σου αποδείξω, να επιβεβαιώσω ή να υποστηρίξω ότι σ’ αγαπώ, όμως, μόνο ένα πράγμα μπορώ να κάνω με την αγάπη μου, κι αυτό είναι να Σ’ ΑΓΑΠΩ, να ασχολούμαι μαζί σου, να εκδηλώνω τα συναισθήματά μου όπως τα νιώθω. Και το πώς τα αισθάνομαι είναι ο δικός μου τρόπος να σ’ αγαπώ.

Μπορείς να το δεχτείς ή μπορείς να το απορρίψεις, μπορείς να καταλάβειςτ τι σημαίνει ή μπορείς να το αγνοήσεις παντελώς. Αυτός, όμως, είναι ο τρόπος μου να σ΄αγαπώ· δεν έχω άλλον.

Ο καθένας έχει έναν μόνο τρόπο ν’ αγαπάει:
τον δικό του.
 

Στο χώρο της ψυχικής υγείας συναντάμε πολλές φορές άτομα που έμαθαν –λανθασμένα και χωρίς να καταλάβουν πώς–, ότι αγάπη είναι να χτυπάς, και καταλήγουν να παντρεύονται κάποιους που τους χτυπούν προκειμένου να αισθανθούν ότι τους αγαπούν (πολλές κακοποιημένες γυναίκες υπήρξαν κακοποιημένες θυγατέρες).

Για αιώνες κακοποιούσαν ή πλήγωναν οι γονείς τα παιδιά τους λέγοντας ότι το κάνουν για το καλό τους: «Εμένα με πονάει περισσότερο που πρέπει να σε δείρω», λένε συχνά οι γονείς.
Και στα πέντε σου, δεν είσαι σε θέση να κρίνεις αν είναι ή δεν είναι πράγματι έτσι.
Και προσαρμόζεσαι· αλλάζεις συμπεριφορά.
Και εξακολουθείς, πολλές φορές, να τρως ξύλο και να το θεωρείς ωφέλιμο.




Όταν δούλευα με εξαρτημένους, την εποχή που έκανα ειδικότητα στην ψυχιατρική, παρακολουθούσα μια γυναίκα που είχε πατέρα αλκοολικά και παντρεύτηκε με τη σειρά της έναν αλκοολικό άντρα. Τη γνώρισα στην κλινική όπου ο άντρας της ήταν εσωτερικός ασθενής. Επί χρόνια συνόδευε τον σύζυγό της στις ομάδες Ανώνυμων Αλκοολικών στην προσπάθεια να ξεπεράσει τον εθισμό του, από τον οποίο έπασχε για πάνω από δώδεκα χρόνια. Τελικά, εκείνος κατάφερε να απέχει από το αλκοόλ επί είκοσι τέσσερις μήνες. Τότε ήρθε η γυναίκα του για να μου πει ότι, μετά από δεκαέξι χρόνια γάμου, ένιωθε ότι η αποστολή της είχε λήξει η υγεία του συζύγου της είχε αποκατασταθεί… Εγώ, τότε που ήμουν είκοσι επτά χρόνων και νεοδιορισμένος γιατρός, ερμήνευσα ότι, στην πραγματικότητα, αυτό που ήθελε ήταν να θεραπεύσει τον πατέρα της αντικαθιστώντας τη θεραπεία του πατέρα με αυτή του συζύγου. Εκείνη είπε: «Μπορεί, τώρα πάντως δεν με συνδέει τίποτα με τον σύζυγό μου. Υπέφερα πολύ από τον αλκοολισμό του, αλλά έμεινα κοντά του για να μην τον εγκαταλείψω στη μέση της θεραπείας τώρα όμως δεν θέλω να ξέρω τίποτα πια γι’ αυτόν».
Πράγματι, χώρισαν. Ένα χρόνο αργότερα, τελείως τυχαία, κάπου αλλού συναντηθήκαμε με τη γυναίκα αυτή που είχε κάνει μια καινούργια σχέση. Είχε ξαναπαντρευτεί… έναν άντρα επίσης αλκοολικό.


Οι ιστορίες αυτές, που δεν μπορούμε να καταλάβουμε με τη λογική, έχουν να κάνουν με τον τρόπο που κουβαλάει κανείς μέσα του δικά του άλυτα θέματα· με το πώς αντιλαμβάνεται την αγάπη.






 

Το Σ’ ΑΓΑΠΩ και ΣΟΥ ΔΕΙΧΝΩ ΟΤΙ Σ’ ΑΓΑΠΩ μπορεί να είναι δύο πράγματα τελείως διαφορετικά για μένα και για σένα.

Και εδώ, όπως και σε όλα τα θέματα, μπορεί να διαφωνήσουμε ριζικά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ένας από τους δύο κάνει αναγκαστικά λάθος.





Παραδείγματος χάριν: ξέρω πως η μαμά μου μπορεί να σου δείχνει ότι σ’ αγαπάει με διάφορους τρόπους, όπως όταν είσαι σε καλεί στο σπίτι και φτιάχνει τα φαγητά που σου αρέσουν. Αν λοιπόν, για τη μέρα που σ’ έχει καλέσει, έχει ετοιμάσει δύο ή και τρία από εκείνα τα υπέροχα αραβικά φαγητά που για να τα φτιάξει χρειάστηκε να περάσουν πεντ’-έξι μέρες στην κουζίνα ζυμώνοντας, ξεφλουδίζοντας, τεμαχίζοντας και βράζοντας τα υλικά, αυτό για τη μαμά μου σημαίνει ότι σ’ αγαπάει. Και αν δεν έχεις μάθει να ερμηνεύεις αυτόν τον τρόπος έκφρασης, μπορεί να μην καταλάβεις ότι γι’ αυτήν είναι το ίδιο σαν να λέει σ’ αγαπώ.

 Αυτό σημαίνει ότι είναι εκδηλωτική; Δεν ξέρω. Σε κάθε περίπτωση, είναι ο ΔΙΚΟΣ ΤΗΣ τρόπος να λέει σ’ αγαπώ. Αν δεν μάθω να διαβάζω το μήνυμα που εκφράζουν έμμεσα αυτές οι κινήσεις, δεν θα μπορέσω ποτέ να αποκωδικοποιήσω το μήνυμα που εκφράζει ο άλλος. (Μια φορά την εβδομάδα, ΟΤΑΝ ΖΥΓΙΖΟΜΑΙ, επιβεβαιώνω πόσο πολύ μ’ αγαπούσε η μαμά μου, και πόσο καλά αποκωδικοποίησα το μήνυμά της!)


Όταν σ’ αγαπάει κάποιος, σου αφιερώνει ένα μέρος της ζωής, του χρόνου και του ενδιαφέροντός του.

Όταν σ’ αγαπάει κάποιος, οι πράξεις του σου λένε καθαρά πόσο πολύ νοιάζεται για σένα.


Μπορεί ν’ αποφασίσω να κάνω κάτι που θέλεις, με τη φαντασίωση ότι θα καταλάβεις πόσο σ’ αγαπώ. Κάποια φορά μπορεί να το κάνω, άλλοτε μπορεί και όχι. Αν και δεν μου αρέσει, μπορεί να σηκωθώ από τα χαράματα της 13ης Δεκεμβρίου, να στολίσω το σπίτι και να ετοιμάσω το πρωινό γεμίζοντας τους τοίχους με αφίσες και το κρεβάτι με δώρα, και για το βράδυ να έχω καλέσει ένα σωρό κόσμο… Ξέροντας πόσο σε συγκινεί, είναι πιθανό κάποια φορά να το δεις να γίνεται, αν έχω διάθεση. Αν, όμως, επιβάλλεται να κάνω το ίδιο κάθε χρόνο, κι εγώ το επαναλαμβάνω μόνο και μόνο για να σ’ ευχαριστήσω… μην έχεις και την απαίτηση να το απολαμβάνω. 

Γιατί, αν δεν είναι κάτι που κι εγώ θέλω από μόνος μου, ίσως είναι καλύτερο και για τους δυο μας να μη το κάνω καθόλου.

Βέβαια, αν εγώ δεν έχω ποτέ διάθεση να κάνω κάτι τέτοιο, ούτε και τίποτ’ απ’ αυτά που ξέρω ότι σου αρέσουν, τότε κάτι συμβαίνει.

Με τη συμβίωση, θα μπορούσα να μάθω να χαίρομαι με την ψυχική ικανοποίηση που σου προσφέρω, έτσι όπως εσύ το προτιμάς. 
Και πράγματι, έτσι γίνεται. 

Αυτό όμως δεν έχει καμία σχέση με ορισμένες απόψεις που λίγο-πολύ δέχονται όλοι, απόψεις που φαίνονται να είναι αντίθετες με αυτό που μόλις είπα, και με τις οποίες, ασφαλώς, δεν συμφωνώ.

Μιλάω συγκεκριμένα για τις θυσίες στην αγάπη.



Μερικές φορές ο κόσμος θέλει να με πείσει ότι πέρα από την ιδέα τού να είναι κανείς ευτυχισμένος, σημαντικές σχέσεις είναι εκείνες όπου ο ένας είναι ικανός να θυσιάζεται για τον άλλον. 

Η αλήθεια είναι πως εγώ δεν πιστεύω ότι η αγάπη είναι χώρος θυσίας. 

Δεν πιστεύω ότι όταν θυσιάζεται κανείς για τον άλλον, αυτό αποτελεί εγγύηση αγάπης, και ακόμη λιγότερο, ότι η θυσία αποδεικνύει την αγάπη μου για τον άλλο. 

Η αγάπη είναι ένα συναίσθημα που εγγυάται την ικανότητα να χαιρόμαστε πράγματα μαζί, κι όχι ένα μέτρο για το πόσο είμαι διατεθειμένος να υποφέρω για σένα, ή πόσο είμαι έτοιμος να απαρνηθώ τον ίδιο μου τον εαυτό.

Σε κάθε περίπτωση, το μέτρο της αγάπης μας δεν το καθορίζει ο πόνος που μπορεί να μοιραστούμε – έστω κι αν αυτό αποτελεί μέρος της ζωής. 


Η αγάπη μας μετριέται και δυναμώνει ανάλογα με το πόσο ικανοί είμαστε να περπατάμε μαζί σ’ αυτόν τον δρόμο, να απολαμβάνουμε κάθε βήμα όσο γίνεται περισσότερο, και να αυξάνουμε την ικανότητα μας να χαιρόμαστε ακριβώς αυτό: το ότι είμαστε μαζί.




…Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σου λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μία από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.



«Αγαπιόμαστε» αρχίζει ο νέος.
«Και θα παντρευτούμε» λέει εκείνη.
«Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…»
«Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…»
«Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.»
«Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου.»
«Σε παρακαλόυμε» ικετεύουν, «πες μας τι μπορούμε να κάνουμε…»



Ο μάγος τούς κοιτάζει και συγκινείται που βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.
«Υπάρχει κάτι…» λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. «Αλλά  δεν ξέρω… είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.»
«Δεν μας πειράζει» λένε κι οι δύο.
«Ό,τι και να’ ναι» επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.

«Ωραία» λέει ο μάγος. «Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτε άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;»

Η νεαρή κοπέλα συγγατανεύει σιωπηλά.

«Κι εσύ, Άγριε Ταύρε» συνεχίζει ο μάγος, «πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή να βρεις τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να το τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο… Πηγαίνετε τώρα.»



Οι δύο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…

Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δύο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα που περιέχει το πουλί που τους ζητήθηκε.



Ο μάγος τούς λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στον γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν. Είναι πανέμορφα· χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.

“Πετούσαν ψηλά;” ρωτάει ο μάγος.
“Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε… Και τώρα;” ρωτάει ο νέος. “Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;”
“Όχι” λέει ο γέρος.
“Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;” προτείνει η νεαρή.




“Όχι” ξαναλέει ο γέρος. “Κάντε ό,τι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες… Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν· να πετάξουν ελεύθερα.”



Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.


Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου μέχρι που πληγώνονται.



 
“Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλο, ακόμη κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.»


 
 
 
Απόσπασμα από το βιβλίο “Ο δρόμος της συνάντησης”, ΦΥΛΛΑ ΠΟΡΕΙΑΣ ΙΙ, του Χόρχε Μπουκάι, εκδόσεις opera/animus

1941 Ελπιδες και προσδοκιες μιας νέας χρονιάς


 Ως άλλη ευχή για τη νέα χρονιά, το χαμόγελο αυτού του νεαρού.

Athens 1941 young sells pomegranates for the new year. 

Picture Dot Papaiōánnou.



Ελπιδες και προσδοκιες χωρις να γνωριζει την επερχομενη κολαση μετα απο 12 μηνες....

Και πάλι λες δεν είναι δυνατό
όλες αυτές οι ευχές να ψεύδονται
και πάλι λες δεν είναι δυνατή
τέτοια πανταχόθεν σύμπτωση,
δεν είναι δυνατή τέτοια πανταχόθεν συμπαιγνία.

Κ. Μόντης, «Χριστουγεννιάτικες Κάρτες»

 το είδαμε:
 https://www.facebook.com/kerasamalthias/?hc_ref=PAGES_TIMELINE&fref=nf

«Είμαστε συναισθηματικά αναλφάβητοι»

 

Ingmar Bergman:

 «Είμαστε συναισθηματικά αναλφάβητοι»

 

«Είμαστε συναισθηματικά αναλφάβητοι. Όχι μόνο εσύ κι εγώ, όλοι μας είμαστε κι αυτό είναι το πιο θλιβερό. 
Μας δίδαξαν για την ανατομία, για τις γεωργικές μεθόδους στην Αφρική. 
Ξέρουμε απ’ έξω μαθηματικούς τύπους. 
Αλλά δεν μας έμαθαν τίποτα για τις ψυχές μας. 
Είμαστε τρομακτικά ανίδεοι για τον εαυτό μας και τους άλλους.

Πολλά λέγονται σήμερα για το ότι τα παιδιά θα πρέπει να διδάσκονται από νωρίς για την αλληλεγγύη, την κατανόηση, τη συνύπαρξη, την ισότητα και όλες αυτές τις έννοιες για τις οποίες συζητάμε συνέχεια. 
Αλλά κανείς δεν σκέφτεται ότι πρώτα θα πρέπει να μάθουμε για τον εαυτό μας και τα συναισθήματά μας. 
Για τους δικούς μας φόβους, για τη μοναξιά μας, για το θυμό. 
Είμαστε εγκαταλειμμένοι, ανίδεοι και θυμωμένοι μέσα στα ερείπια της φιλοδοξίας μας.

Το να βοηθήσεις ένα παιδί να αποκτήσει επίγνωση της ψυχής του ακούγεται σχεδόν ανήθικο. Αλλά πώς είναι δυνατό να καταλάβεις τους άλλους, όταν δεν γνωρίζεις τίποτα για τον εαυτό σου;»


Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ήταν Σουηδός σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Γεννήθηκε στις 14 Ιουλίου 1918 στην Ουψάλα και πέθανε στις 30 Ιουλίου 2007 στη Σουηδία. Τα 3 Όσκαρ που κέρδισε κατά τη διάρκεια της ζωής του είναι ασήμαντα μπροστά στο έργο του που καθόρισαν την ίδια την τέχνη του κινηματογράφου.
Πηγή: Το 23ο Γράμμα
Photo by SVT Bild

Από την τρέλα στην τέχνη: Aloïse και οι χαμένοι μύθοι


Από την τρέλα στην τέχνη: 

                                  Aloïse και οι χαμένοι μύθοι



Γεννημένη στην Ελβετία στα τέλη του περασμένου αιώνα, η Αλοϊζ,
σε ηλικία είκοσι ετών, 
τρελαίνεται και κλείνεται στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Σερί,
 και εν συνεχεία στο άσυλο της Ροζιέρ, όπου και παραμένει έγκλειστη μέχρι το θάνατό της σε βαθύ γήρας. 
Μέσα στο άσυλο δημιουργεί πίνακες εξαίσιας ομορφιάς που της εξασφαλίζουν μια μοναδική θέση στο χώρο της Art Brut.




Αν σήμερα ανατρέχουμε στην ξεχασμένη φιγούρα της Αλοϊζ είναι γιατί, μέσα στα εκσυγχρονιστικά οράματα ανάπτυξης, ευζωίας και ευρυθμίας, οι φαντασμαγορικοί της πίνακες θυμίζουν πως τα βάθη του ψυχισμού μας, εις πείσμα όλων των καιρών, εις πείσμα όλων των εποχών, επιμένουν να συγκοινωνούν με το αδύνατο και το ανέφικτο των ερώτων μας και πως αυτό το άλλοτε και αλλού – φευ! – είναι πάντα παρόν. Είναι πάντα εδώ. Ένα ανατρεπτικό ενδεχόμενο!…

 






1913. Βρισκόμαστε στο Πότσνταμ της Γερμανίας. Η Αλοϊζ, μια νεαρή Ελβετίδα δασκάλα, παρακολουθεί μία λαμπρή παρέλαση. Πλήθος συγκεντρωμένο ζητωκραυγάζει τον αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β’, που παρελαύνει υπέρλαμπρος ιππεύοντας ένα άσπρο άλογο. Η Αλοϊζ μαγεύεται. Εκστατικά παρακολουθεί τη σκηνή. Σαν υπνωτισμένη καθηλώνει το βλέμμα της στον αυτοκράτορα. Κι εδώ είναι η αρχή του τέλους της. Ή ίσως η αρχή της ιστορίας της. Μέσα στο μυαλό της θα ζήσει έναν περιπαθή έρωτα με τον αυτοκράτορα. Ο απρόσιτος θεός της θα μεταμορφωθεί σε σπαραχτικό εραστή των καθημερινών ονείρων της. Ηδονικά αρχίζει να ξεφεύγει από τον κόσμο της πραγματικότητας και αφήνεται να απορροφηθεί σιγά σιγά από έναν κόσμο ονειρικό.
Αδιάφορη για τη ζωή, χαμένη μέσα στο παραλήρημα ατέλειωτων μονολόγων, η Αλοϊζ είναι ανίκανη πια να προσαρμοστεί στην κοινωνική ζωή. Στο ψυχιατρικό νοσοκομείο του Σερί και στο άσυλο της Ροζιέρ, η Αλοϊζ θα περάσει έγκλειστη όλη της τη ζωή. Διάγνωση: «σχιζοφρένεια». Έξω δεν έμελλε να βγει παρά μόνο στο θάνατό της, το 1964.

Κι εκεί μέσα κάποια στιγμή θα αρχίσει να ζωγραφίζει. Οι μορφές που σχεδιάζει με τα χρωματιστά μολύβια ή τις κιμωλίες πάνω σε μεγάλες λευκές κόλλες αποτελούν μια απτή υποστήριξη των πλασμάτων της φαντασίας της. Στη ζωγραφική βρίσκει μια συμβολική πραγμάτωση των φαντασιώσεών της. Δεν υποφέρει πια. Δεν της λείπει καθόλου ο αδύνατος έρωτας. Είναι εκεί, παρών.. Κοντά της, με όλα τα μεγαλειώδη θέλγητρά του.

Η Αλοϊζ ζωγραφίζει. Δεν έχει σημασία αν ζωγραφίζει με πάθος, με μανία, με τρέλα ή με ψυχαναγκασμό. Σημασία έχει πως ζωγραφίζει. Η γιατρός της Ζακλίν Πορέ-Φορέλ αναφέρει: «υπάρχει ένα επανακτημένο αίσθημα ασφάλειας που βοηθά την άρρωστη να ξαναβρεί μια κάποια φυσικότητα στη συμπεριφορά της, μια γλώσσα πιο καταληπτή και μια ορισμένη ηρεμία».

Τα πρόσωπα επιλογής της Αλοϊζ είναι οι μεγάλες ερωτευμένες της Ιστορίας με τις οποίες ταυτίζεται, τα πριγκιπικά ζεύγη, οι θρυλικοί ήρωες, οι προσωπικότητες της ημέρας. Η Κλεοπάτρα, ο Ναπολέων, η βασίλισσα Ελισάβετ, ο Ντε Γκωλ, η Μαρία Αντουανέτα παίζουν το ρόλο τους μέσα σε μια όπερα-παραλήρημα και ζουν μεγαλειώδεις έρωτες. Οι αναχρονισμοί, οι απιθανότητες, οι παράτολμοι συσχετισμοί, τα πάντα επιτρέπονται σε αυτή την ονειρική πραγματικότητα που έχει ξεπεράσει τους νόμους του χώρου και του χρόνου.

Τα πρόσωπα αυτά δεν υφίστανται παρά μόνο για να «εμφανίζονται», ξετυλίγοντας το μεγαλείο της σε μια λαμπρή επιφάνεια χωρίς περιορισμούς. Αξιομνημόνευτος είναι ο τρόπος που απεικονίζει τα μάτια. Παντού το βλέμμα φαίνεται να καλύπτεται από μια μάσκα γαλάζια ή, καλύτερα, μοιάζει η ίριδα να έχει μεγαλώσει τόσο, ώστε απορρόφησε όλη την επιφάνεια του ματιού. Η έκφραση ενός καινούργιου ανθρώπινου βλέμματος. Ένα σημάδι ιερατισμού, ένα είδος κενού μεγαλείου.

Αναδημιουργεί έναν κόσμο του οποίου τα στοιχεία είναι δανεισμένα από τον επίσημο κόσμο, αλλά στον οποίο βασιλεύει εκείνη. Η Αλοϊζ είναι θεός. Η νεαρή ανώνυμη δασκάλα μέσα στο άσυλο των αρχών του αιώνα μας δίνει μοναδικές στιγμές. Γράφει ιστορία. Οι εκρηκτικοί της πίνακες φέρνουν στο νου τα λόγια του Breton για το έργο της Φρίντα Κάλο: «Μια κορδέλα γύρω από μια βόμβα».

Να, εδώ είναι η μύτη, θα πρέπει να τοποθετηθούν τριαντάφυλλα στο μέτωπο, τότε όμως δεν θα το κάνουμε καθόλου αυτό γιατί με θλίβει. Ξεγελάστηκα με το πράσινο, νόμιζα ότι ήταν πιο σκούρο. Το πράσινο δεν με τρομάζει σαν το μαύρο. Οι στρατηγοί των πράσινων στρατιών πάνε στην εξοχή. Όταν είναι σκοτάδι, αυτά τα παλιά κοστούμια…πάνε στο θέατρο, αυτά τα παλιά κοστούμια. Είναι μεγαλοπρεπείς αυτές οι κόκκινες φωτοσκιάσεις, είναι μια βασιλική ομορφιά. Το κόκκινο, πρέπει να το υπακούσω το κόκκινο.


Ο αποκομμένος από την πραγματικότητα, ο δίχως συνειρμό λόγος που τον είπαν σχιζοφρενικό. Και αυτά τα έργα τα ονόμασαν «ψυχοπαθολογικά» και τα ενέταξαν στην κατηγορία της Art Brut. Ακατέργαστα; Πρωτόλεια; Πρωτόγονη τέχνη; Ο όρος ανήκει στον Jean Dubuffet:

Ακατέργαστη τέχνη. Δηλώνει μια άλλη τέχνη στο περιθώριο της επίσημης, της ακαδημαϊκής, της πολιτισμικά αποδεκτής τέχνης. Ακατέργαστη τέχνη, δηλώνει κάθε λογής ευρηματικές, αυθόρμητες κατασκευές, σχέδια, ζωγραφική, κεντήματα, γλυπτά. Οι δημιουργοί τους είναι πρόσωπα σκοτεινά και δυσεντόπιστα, αυτοδίδακτοι, πλάνητες, παράφρονες, ή παραφόρως αναζητώντες την έκφραση του υψηλού, έξω όμως από μουσεία, γκαλερί, σχολές.

Η Αλοϊζ είναι εκπρόσωπος αυτής της τέχνης. Φτιάχνει με τα χέρια της μύθους και στη συνέχεια τους κατοικεί. Γίνονται προέκταση του εαυτού της. Οι ζωγραφιές αυτές είναι ο εαυτός της. «Όταν είναι σκοτάδι αυτό το πράσινο πάει στην εξοχή», μονολογεί ζωγραφίζοντας. «Ω, ο αγαπημένος μου αυτοκράτορας», λέει. Κι έπειτα προσθέτει: «πρέπει να το υπακούσω το κόκκινο». Και σαν υπνωτισμένη ζωγραφίζει και έτσι, παραδομένη στα θέλγητρα μιας συμβιωτικής σχέσης, ζει με τις ζωγραφιές της. Και αυτές τη στοιχειώνουν. «Πες μου ποιος σε στοιχειώνει να σου πω ποιος είσαι», έτσι αρχίζει η Νατζά του Breton. Μέσα από τις ζωγραφιές που τη στοιχειώνουν, η Αλοϊζ προσπαθεί να μας πει ποια είναι.

aloise5
«Είναι τέχνη;» θα έσπευδε κανείς να ρωτήσει. Ασφαλώς, εφόσον, όπως αναφέρει ο Dubuffet:

Η τέχνη δεν έρχεται να πλαγιάσει στα ατσαλάκωτα και καθαρά κρεβάτια που άλλοι έστρωσαν για αυτήν. Δραπετεύει αμέσως μόλις εκφέρεται το όνομά της. Αυτό που αγαπά είναι το ινκόγκνιτο. Οι καλύτερες στιγμές της είναι όταν λησμονεί πώς ακριβώς ονομάζεται.

Τέχνη λοιπόν, τέχνη που συγκλονίζει με την αμεσότητά της, με την άλλη σκηνή που τόσο γενναιόδωρα αφήνει να αναδυθεί στον ορίζοντα. Η άλλη σκηνή, η μη λογοκριμένη, η σκηνή του ονείρου, της απαγόρευσης, της σκοτεινής και ανατρεπτικής επιθυμίας. Άλλωστε τα όρια της τέχνης από τη μη τέχνη είναι ένα ψευδοπρόβλημα, αν δεχτούμε ότι τελικά 
«τέχνη είναι ό,τι μας συγκινεί».

Κυρίως από τη δεκαετία του ’50 κι έπειτα, βάζουμε τους τρελούς να ζωγραφίζουν. Όχι για το παιχνίδι, αλλά μέσα στο πλαίσιο μίας εργαλειακής λογικής. Όχι για να δοθεί διέξοδος στην καταχωνιασμένη έκφραση, αλλά για να θεραπευτούν οι τρελοί από την τρέλα τους. Ο επίσημος ψυχιατρικός λόγος δεν ενδιαφέρεται, φυσικά, για ατομικούς μύθους και ζωγραφισμένες φαντασιώσεις. 

Δέχεται ότι τα περισσότερα από τα προϊόντα της θεραπείας δια της τέχνης, της Art Therapy, δεν είναι τίποτα περισσότερο από συμπτώματα αρρώστιας. Και  κανείς δεν θλίβεται ή δε διερωτάται για το ότι ο έγκλειστος, όταν απελευθερώνεται, ως ιαθείς, ως θεραπευμένος, τότε παύει σχεδόν αυτόματα κάθε καλλιτεχνική δραστηριότητα.


Από τότε που έγινε της μόδας η τέχνη των τρελών, από τότε που τους βάζουμε να ζωγραφίζουν, από τότε που τους αφιερώνουμε εκθέσεις (δεκαετία του ’50), από τότε που ψυχίατροι και νοσηλευτικό προσωπικό ενδιαφέρονται να αξιοποιήσουν έτσι τους ασθενείς, να προβάλουν το έργο τους, να παρουσιάσουν τις πλούσιες ώρες της τρέλας, οι ώρες αυτές γίνονται ολοένα και πιο φτωχές, πιο χλομές, πιο ξέπνοες. Από τότε που δεν υπάρχει ούτε ένα ψυχιατρείο που να  μη διαθέτει το ατελιέ του και να μην οργανώνει σποραδικά εκθέσεις, η δημιουργικότητα των τρελών έχει πάρει την κατιούσα. Όλο και λιγότερο θα συναντήσουμε τα φαντασμαγορικά σχέδια της Αλοϊζ στους υπάκουα ζωγραφίζοντες, στους υπό επανένταξη χώρους, σχέδια. Στερεοτυπίες, επαναλαμβανόμενα μοτίβα, μιμητισμός- με λίγα λόγια, εξομάλυνση, κανονικοποίηση, συμμόρφωση στον κανόνα. Είναι ίσως το κόστος που έχουμε να πληρώσουμε για τη γρήγορη ίαση, που πλέον, λόγω των νευροληπτικών φαρμάκων, διαθέτουμε.

Μια ανησυχητικά οικεία αλλά και παράξενη εμπειρία η τρέλα. 

Αυτό το παράξενα οικείο μοιάζει να είναι το στοιχείο που συγκινεί ακόμα και σήμερα μέσα στις ζωγραφιές της Αλοϊζ. Οι παράφοροι, οι απαγορευμένοι έρωτες, τα μητρικά και πατρικά imagos, όλα εδώ πολύχρωμα ξεδιπλωμένα στις απέραντες επιφάνειες του λευκού χαρτιού. Αυτόν το φανταστικό κόσμο σήμερα τον βρίσκουμε έτοιμο, δεν τον επινοούμε. Εικόνες, εικονολαγνικός πολιτισμός των μίντια, με τους σερβιρισμένους ετοιμοπαράδοτους μύθους. Όχι, δεν υπήρχε τηλεόραση για να τροφοδοτεί τους μύθους της Αλοϊζ.

Στη σύγχρονη ψυχοπαθολογία αυξάνονται οι «νέες αρρώστιες της ψυχής». Πληθαίνουν οι «ναρκισσιστικές, μεθοριακές προσωπικότητες», άτομα που χαρακτηρίζονται από μια αδυναμία συμβολοποίησης, μια αδυναμία ψυχικής αναπαράστασης, άτομα που αδυνατούν να βάλουν σε εικόνες ή σε λόγο το πάθος και τις επιθυμίες τους.

Άτομα που ολοένα και λιγότερο γίνονται μυθο-τόκοι.
Περιστοιχισμένος από εικόνες, ο σύγχρονος άνθρωπος ολοένα και λιγότερο δείχνει ικανός να φαντασιώσει. Ο καταναλωτής εικόνων υποφέρει από την αδυναμία εικονοποίησης. Μήπως ήλθε η εποχή να νοσταλγήσουμε τις μυθογραφικές κατασκευές της Αλοϊζ; Τη δυνατότητα που εκείνη είχε να αφήνει το χνάρι της μέσα στους προσωπικούς της μύθους; Μήπως σήμερα ολοένα και περισσότερο διακυβεύεται αυτό το προσωπικό χνάρι;

Η έκσταση χάνεται  και μένουμε με τη νοσταλγία της Αλοϊζ, με τη νοσταλγία μίας παντοτινά χαμένης μυθοποιητικής φαντασμαγορίας. Τότε που όλα, μέσα από την επινόηση, έμοιαζαν να είναι δυνατά, ακόμα και αυτοί οι αδύνατοι, απίθανοι, τρελοί έρωτες.

Φωτεινή Τσαλίκογλου, Ψυχολογία της καθημερινής ζωής: Η κουλτούρα του εφήμερου, εκδ. Καστανιώτη.

Πίνακες: Aloïse Corbaz, Copyright: Fondation Aloïse, Chigny.

Πηγή: http://www.sik-isea.ch/en-us/

Ο κατά Σωκράτη ορισμός του μορφωμένου ανθρώπου

Ο κατά Σωκράτη ορισμός του μορφωμένου ανθρώπου

                                                               
Λέει το ανυπόστατο κείμενο που κυκλοφορεί εδώ και χρόνια -ακόμη και σε έγκυρα κατά τ αλλα έντυπα ή blog-  ότι είπε τάχα ο Σωκράτης:

Όταν ρώτησαν το Σωκράτη να τους δώσει τον ορισμό του μορφωμένου ανθρώπου, δεν ανέφερε τίποτε για τη συσσώρευση γνώσεων. «Η μόρφωση είπε, είναι θέμα συμπεριφοράς… Ποιους ανθρώπους λοιπόν θεωρώ μορφωμένους;
1. Πρώτα απ’ όλους αυτούς που ελέγχουν δυσάρεστες καταστάσεις, αντί να ελέγχονται από αυτές…
2. Αυτούς που αντιμετωπίζουν όλα τα γεγονότα με γενναιότητα & λογική..
3. Αυτούς που είναι έντιμοι σε όλες τους τις συνδιαλλαγές..
4. Αυτούς που αντιμετωπίζουν γεγονότα δυσάρεστα και ανθρώπους αντιπαθείς καλοπροαίρετα.
5. Αυτούς που ελέγχουν τις απολαύσεις τους..
6. Αυτούς που δεν νικήθηκαν από τις ατυχίες & τις αποτυχίες τους..
7. Τελικά αυτούς που δεν έχουν φθαρεί από τις επιτυχίες και την δόξα τους…»
Σωκράτης (469-399 π.Χ.)
Μετά τα ανωτέρω, πόσους μορφωμένους πολιτικούς (δικούς μας και ξένους) μπορείτε να ονομάσετε ;
—————————————-
Το ότι δεν έγραψε ή είπε ο Σωκράτης ένα τέτοιο «ηθικοπλαστικό» κείμενο μάλλον είναι προφανές. Οποιοσδήποτε έχει την αντίθετη άποψη ας μας υποδείξει την πηγή του παραπάνω κειμένου …
Ίσως κάποιος να μπέρδεξε τον Σωκράτη με τον Ισοκράτη… που εκεί πράγματι υπάρχει ένας παρόμοιος ορισμός  & να φτιαξε κάτι δικό του παίρνοντας στοιχεία. Το μόνο σχετικό κείμενο λοιπόν είναι το εξής:
Μτφρ. Ε. Πανέτσος. 1959. Ισοκράτης. Λόγοι. IV, Αρχίδαμος, Παναθηναϊκός, Τραπεζικός. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Αθήνα: Ζαχαρόπουλος.

[26] Την παιδεία λοιπόν που μας εκληροδότησαν οι πρόγονοί μας τόσο πολύ απέχω να την περιφρονώ, ώστε εγκρίνω κι’ αυτήν που εισήχθη στη δική μας εποχή και εννοώ τη γεωμετρία και την αστρονομία και αυτούς που ονομάζουν εριστικούς διαλόγους, που μ’ αυτούς οι μεν νεώτεροι ευχαριστούνται περισσότερο απ’ ό,τι πρέπει, από τους πρεσβυτέρους όμως δεν υπάρχει ούτε ένας που να μη τους βρίσκη ανυπόφορους.

[27] Εγώ όμως σ’ εκείνους που θέλουν να καταγίνουν μ’ αυτά, τους συνιστώ να καταβάλλουν προσπάθειες και πάντα να προσέχουν και προσθέτω, ότι, αν καμμιά άλλη ωφέλεια δεν φέρουν τα μαθήματα αυτά, ασφαλώς αποτρέπουν τουλάχιστον τους νεωτέρους από πολλές άλλες παρεκτροπές. Πράγματι στους ανθρώπους αυτής της ηλικίας έχω την ιδέα, ότι δεν μπορούν να βρεθούν μελέτες ωφελιμώτερες απ’ αυτές ούτε να τους ταιριάζουν περισσότερο·
 [28] εις τους πρεσβυτέρους όμως και εκείνους που έγιναν πλέον άνδρες επιμένω, ότι οι σπουδές αυτές δεν ταιριάζουν. Βλέπω δηλαδή μερικούς απ’ αυτούς που έχουν τελειοποιηθή εις τους κλάδους αυτούς τόσο ώστε να τους διδάσκουν και στους άλλους, ότι ούτε χρησιμοποιούν την ειδικότητα που έχουν, όταν πρέπει, και συγχρόνως στα άλλα ζητήματα της ζωής ότι είναι περισσότερο ανόητοι από τους μαθητάς των, για να μην ειπώ από τους δούλους των
29] Την ίδια γνώμη έχω και γι’ αυτούς που είναι εις θέσιν να μιλούν από το βήμα και που είναι μοναδικοί να συντάσσουν λόγους και γενικά για όλους όσοι διακρίνονται στις επιστήμες και τις τέχνες και τις άλλες φυσικές ικανότητες. Ξέρω δηλαδή, ότι κι’ απ’ αυτούς οι περισσότεροι ούτε και τα ιδιωτικά τους ζητήματα τα έχουν χειρισθή καλά, ούτε στις ιδιωτικές συναναστροφές είναι ανεκτοί, και ταυτοχρόνως αδιαφορούν για το τι ιδέαν έχουν γι’ αυτούς οι συμπολίτες τους και έχουν ένα σωρό άλλα ελαττώματα· ώστε ούτε κι’ αυτοί νομίζω, ότι έχουν τη συνήθεια περί της οποίας ομιλώ.

[30] Ποιους λοιπόν ονομάζω μορφωμένους, αφού δεν επιδοκιμάζω τις τέχνες και τις επιστήμες και τις φυσικές ικανότητες; 
 Πρώτα πρώτα αυτούς που χειρίζονται καλά τα ζητήματα που τους παρουσιάζονται κάθε μέρα και έχουν τη νοημοσύνη να επωφελούνται των περιστάσεων και να είναι ικανοί να πετυχαίνουν τις περισσότερες φορές εκείνο που συμφέρει· 

[31] έπειτα εκείνους που είναι αξιοπρεπείς και δίκαιοι προς αυτούς που τους συναναστρέφονται συχνά και που ανέχονται ήρεμοι τους δυσάρεστους και οχληρούς τύπους, ενώ οι ίδιοι φέρονται προς τους φίλους των με τη μεγαλύτερη καλωσύνη και ηπιότητα. Επί πλέον εκείνους που είναι πάντοτε εγκρατείς εις τας ηδονάς, και δεν τους κατασυντρίβουν οι συμφορές, παρά τηρούν ανδρική στάση και αντάξια της φύσεως της ανθρωπίνης·

 [32] τέταρτον, το και σπουδαιότερο, αυτούς που δεν τους διαφθείρει της τύχης η εύνοια, που μήτε γίνονται άλλοι άνθρωποι μήτε γίνονται υπερήφανοι, αλλά παραμένουν άνθρωποι λογικοί και που δεν χαίρουν για τα αγαθά που τους έδωσε η τύχη περισσότερο παρά για τα αγαθά που απέκτησαν εξ αρχής με το φυσικό τους χαρακτήρα και την ορθοφροσύνη τους. Εκείνοι όμως που εύκολα προσαρμόζουν τον εσωτερικό τους άνθρωπο προς όλα αυτά γενικώς, αυτοί επιμένω, ότι είναι και συνετοί και τέλειοι άνδρες και ότι κατέχουν όλες τις αρετές.

[33] Περί των μορφωμένων λοιπόν ανθρώπων αυτή είναι η γνώμη μου.
Όσο για τα ποιήματα του Ομήρου και του Ησιόδου και των άλλων ποιητών θέλω μεν να μιλήσω, διότι φαντάζομαι, ότι μπορώ να αποστομώσω αυτούς που απαγγέλλουν τα έργα εκείνων εις το Λύκειον και λένε ανοησίες γι’ αυτά, αλλά νοιώθω τον εαυτό μου να παρασύρεται έξω από τη συμμετρία που ανήκει οργανικά εις τα προοίμια.

 [34] Χαρακτηριστικό δε του συνετού ανθρώπου είναι όχι ν’ αγαπά την ευχέρεια του λόγου, εάν κανένας είναι εις θέσιν να ειπή περισσότερα από τους άλλους για τα ίδια ζητήματα, αλλά να διαλέγη την κατάλληλη στιγμή για ζητήματα περί των οποίων ομιλεί. Κι’ αυτό ακριβώς έχω καθήκον να κάνω. Περί των ποιητών λοιπόν θα τα ξαναπούμε, εκτός αν προλάβουν τα γεράματα και με γονατίσουν, ή αν δεν έχω να ειπώ τίποτε για ζητήματα σπουδαιότερα απ’ αυτά.

πηγη: https://antichainletter.wordpress.com/2011/11/21/sokrates/

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

καλή χρονιά και ευτυχές το νέον έτος



Παναγιώτης Περπερίδης
Καλή Χρονιά και ευτυχές το Νέον Έτος

                                                                                                                                                                               


Happy New Year Thessaloniki Life 2017 from xper on Vimeo.



Στις τόσες ευχές που πήρατε, προσθέστε και την ασήμαντη δική μου:
Εύχομαι, το 2017 να συνειδητοποιήσουμε πως
 ή μπουκιά και η γουλιά στο στόμα μας, φαρμάκι είναι αν δεν τις μοιραζόμαστε με κάποιον άλλον.

Τί θέλουμε να γίνουμε στη ζωή μας; Πλούσιοι, διάσημοι ή ευτυχισμένοι;

Ο οπερατέρ και όχι μόνο
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΕΡΠΕΡΙΔΗΣ,
μας έκανε ...ποδαρικό για το 2017 κι' εμείς
μπήκαμε από την ανοιχτή πόρτα του Χρονολογίου του,
περιηγηθήκαμε και, φεύγοντας, πήραμε ένα ενδιαφέρον,
λάθος, περισσότερον από ενδιαφέρον, βίντεο.

Τί θέλουμε να γίνουμε στη ζωή μας;
Πλούσιοι, διάσημοι ή ευτυχισμένοι;
Μπείτε στην ...αίθουσα, όπου υποχρεωτικά δεν γίνεται
να μιλάτε, αλλά μόνο να ακούτε και θα ...ανταμειφθείτε!
Ο ομιλητής έχει την εμπειρία κτήμα του και σε κάποιο
σημείο αναρωτιέται και ταυτόχρονα απευθύνεται σε
όλους μας, θέτοντας δύο ερωτήματα μεγάλης σπουδαιότητας
"Τι θα γινόταν αν μπορούσαμε να δούμε όλη τη ζωή μας
καθώς αυτή εξελίσσεται μέσα στον χρόνο;"
"Τι θα γινόταν αν μπορούσαμε να μελετήσουμε τους
ανθρώπους από την εφηβεία μέχρι τα βαθιά γεράματα;"
ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΡΩΤΑ ΤΟ ΕΡΕΥΝΗΣΕ!
Το έκανε ως διευθυντής μιας έρευνας του πανεπιστημίου
του Χάρβαρντ, που διήρκησε 75 χρόνια!
Τώρα εκείνος έχει το λόγο και τον χειρίζεται άριστα!
Καλή σας ακρόαση και όλοι κερδισμένοι!
_____________
Περαία Πρωτοχρονιά 2017
Υ.Γ.: Προσωπικά
Τι μας κρατά ευτυχισμένους και υγιείς στο διάβα της ζωής; Αν νομίζετε ότι είναι η φήμη και τα χρήματα, δεν είστε οι μόνοι – αλλά , σύμφωνα με τον ψυχίατρο Robert Waldinger, κάνετε λάθος.








Τι μας κρατά ευτυχισμένους και υγιείς στο διάβα της ζωής;
 Αν νομίζετε ότι είναι η φήμη και τα χρήματα, δεν είστε οι μόνοι – αλλά , σύμφωνα με τον ψυχίατρο Robert Waldinger, κάνετε λάθος. 

Ως ο διευθυντής μιας 75χρονης μελέτης για την ανάπτυξη των ενηλίκων, ο Waldinger μια έχει άνευ προηγουμένου πρόσβαση σε δεδομένα σχετικά με την αληθινή ευτυχία και ικανοποίηση. 

Στην ομιλία αυτή , μοιράζεται τρία σημαντικά διδάγματα που αντλήθηκαν από τη μελέτη, καθώς και κάποια πρακτική θυμοσοφία για το πώς να οικοδομήσουμε μια μακρά καιικανοποιητική ζωή.

Πηγή: blog.mindvalleyacademy.com