Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

Το «1922» στην ελληνική ιστορία και η απαγόρευση του κινηματογραφικού έργου του Νίκου Κούνδουρου

Η Ελλάδα- κράτος λογοκρισίας και το «1922»

Διαβάζοντας το «1984» του Τζορτζ Όργουελ μπορεί ένας πολίτης και ειδικότερα ένας Έλληνας πολίτης να κατανοήσει πως λειτουργεί ένα κράτος, το οποίο  πέραν των άλλων, θέλει να ελέγξει ακόμη και την ιστορία.

Το 1922 και ότι αυτό συνεπάγεται για τη Γενοκτονία, την καταστροφή της Σμύρνης, την προσφυγιά, αποτελεί μία σημαντική τομή στην νεώτερη ελληνική ιστορία. Είναι ίσως χειρότερο από την άλωση της Κωνσταντινούπολης, όπως έχει γραφεί, αφού κόπηκε η οικουμενική διάσταση του Ελληνισμού με την απώλεια ανθρώπων και τόπων της Ιωνίας, του Πόντου, της Καππαδοκίας, της Θράκης. 

Η στάση του ελλαδικού κράτους έναντι αυτής της απώλειας αγγίζει το κράτος του Όργουελ, αφού κάθε αναφορά, κάθε δραστηριότητα, κάθε βιβλίο, κάθε κινηματογραφική ταινία απαγορεύτηκε, λογοκρίθηκε, αποσιωπήθηκε, ενώ ακόμη και προσφυγικοί σύλλογοι έκλεισαν ως επικίνδυνοι για το καθεστώς. 

Η σύναψη συμφώνου φιλίας με την Τουρκία, η πρόταση για Νόμπελ Ειρήνης  στον δάσκαλο του Χίτλερ Μουσταφά Κεμάλ, η απόδοση της δήθεν οικίας του Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη στο τουρκικό δημόσιο,  η τιμή στο μαυσωλείο του εμπρηστή της Σμύρνης Κεμάλ από πρωθυπουργούς και υπουργούς της Ελλάδας, η απαγόρευση ερευνών για τη Γενοκτονία (περίπτωση Πολυχρόνη Ενεπεκίδη), η απαγόρευση βιβλίων (περιπτώσεις Τατιάνας Γκρίτση -Μιλλέξ, Αλέξανδρου Διομήδη), η υπονόμευση της αναγνώρισης της Γενοκτονίας, είναι μερικές από τις συνιστώσες της στάσης απαγόρευσης της μνήμης της καθ΄ημάς Ανατολής και της ολοκληρωτικής λογοκρισίας που επέβαλλε το ελλαδικό κράτος. 

Μία κορυφαία στιγμή της πολιτικής αυτής επιλογής που προσπάθησε να εξαφανίσει τη μνήμη και την ιστορία αποτελεί και η απαγόρευση προβολής του κινηματογραφικού έργου «1922» του Νίκου Κούνδουρου. 





Ο θάνατος του  Έλληνα δημιουργού έφερε ξανά στο προσκήνιο τη διαδρομή που ακολούθησε το κινηματογραφικό του έργο, το οποίο βασισμένο  στο έργο του Ηλία Βενέζη «Νούμερο 31328»-  το «Άουσβιτς εν ροή» όπως  αποκάλεσε ο Ενεπεκίδης  τα τάγματα εργασίας- κατέγραψε τη Γενοκτονία, τις διώξεις, την καταστροφή, το προσφυγικό. 


Ο Νίκος Κούνδουρος θυμάται την πορεία της κινηματογραφικής του ταινίας λέγοντας  τα εξής: 
«1922. Μια ιστορία μνήμης. Ήταν η ώρα που το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου σε μία ευλογημένη στιγμή της ύπαρξης του, λειτούργησε δημιουργικά και έξυπνα. Μας κάλεσε ο τότε πρόεδρος του, τον Κακογιάννη, τον Δημόπουλο και την αφεντιά μου και μας είπε «κάνετε ότι θέλετε». Και αυτό το «κάνετε ότι θέλετε» ξύπνησε μέσα μου ευφορία. 

Ήθελα να καταθέσω ένα ειλητάρι στην μνήμη της Μικρασιατικής οδύνης, όπως εγώ την έζησα μέσα από μια κοπελιά που είχε μαζέψει η μάνα μου από τις Χαμένες Πατρίδες. 

Δανείσθηκα το βιβλίο του Βενέζη, το «Νούμερο 31328» και έφτιαξα το δικό μου νούμερο, το «1922».


 
Η ταινία χρηματοδοτήθηκε από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου (ΕΚΚ), αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι ο δρόμος προς τις κινηματογραφικές αίθουσες θα ήταν χωρίς εμπόδια.
Επί  Κωνσταντίνου Καραμανλή απαγορεύτηκε η προβολή της ταινίας επειδή το  Υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας διαμαρτυρήθηκε  αναφέροντας  ότι τέτοιες ταινίες δυναμιτίζουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
 Ο Κούνδουρος όμως πήρε αντίγραφο  του έργου, το οποίο προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1978, λαμβάνοντας τα βραβεία καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, φωτογραφίας (Νίκος Κακαβουδάκης) Α' Ανδρικού (Βασίλης Λάγγος) και Α' Γυναικείου ρόλου (Ελεωνόρα Σταθοπούλου).

Η ταινία είχε την ίδια τύχη και με τις  κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου, αφού το 1982, όπως γράφει  ο κριτικός κινηματογράφου Γιώργος Πισσαλίδης, το έργο επρόκειτο να προβληθεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βουδαπέστης. Όμως λίγο πριν την προβολή  επενέβη το Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας, το οποίο με εντολή από την Αθήνα κατάσχεσε την ταινία, η οποία τελικώς αποδόθηκε στο δημιουργό της μόνο μετά από την  παρέμβαση του τότε  Υφυπουργού Εξωτερικών Γιάννη Καψή. 
 Δεν μας εκπλήσσει η παραπάνω πράξη του ελλαδικού κράτους τόσο για την ταινία, όσο και για ανάλογα ζητήματα, εάν θυμηθούμε μόνο την  στάση του όταν επρόκειτο  να ψηφιστεί το νομοσχέδιο για τη Γενοκτονία. 
Για έσχατο αλλά όχι τελευταίο οφείλω να αναφέρω μία  προσωπική εμπειρία για την ταινία του αείμνηστου Νίκου Κούνδουρου: Αυτή δεν την είδα ποτέ στην ιδιαίτερη μου πατρίδα τη Θράκη αφού για τους παραπάνω προφανείς και  ευνόητους λόγους απαγορεύτηκε  και εκεί η προβολή της ...... 







Θ. Μαλκίδης
Θ. Μαλκίδης
πηγή
http://malkidis.blogspot.gr/2017/02/1922.html

                      Δείτε την ταινία του Νίκου Κούνδουρου 





ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΜΟΥ
ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ 1956

Το συγκεκριμένο επεισόδιο της σειράς ντοκιμαντέρ «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΜΟΥ» φιλοξενεί τον σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο, ο οποίος αυτοπαρουσιάζεται εστιάζοντας την αφήγησή του στο 1956, χρονιά προβολής της ταινίας του «Ο Δράκος». 
 Με σημείο αναφοράς την ταινία, η οποία υπήρξε σταθμός για τον ελληνικό κινηματογράφο, ο Ν. Κούνδουρος μιλά για την εποχή που γυρίστηκε, για τις διώξεις των κομμουνιστών και την αλλαγή του τοπίου της Αριστεράς με την ανάληψη της εξουσίας στη Σοβιετική Ένωση από τον Νικίτα Χρουστσόφ και την απομάκρυνση του Νίκου Ζαχαριάδη από την ηγεσία του ΚΚΕ. 
Παράλληλα αναφέρεται στον κεντρικό ήρωα της ταινίας, «τον πανικόβλητο Ρωμιό της εποχής», που ενσαρκώνει ο Ντίνος Ηλιόπουλος, στην κακή υποδοχή που της επιφύλαξε η κριτική, αλλά και στην απήχηση που είχε στα λαϊκά στρώματα.  
 Καθ’ όλη τη διάρκεια της εκπομπής παρεμβάλλονται πλάνα από την ταινία «Ο Δράκος» και αρχειακό οπτικό υλικό με γεγονότα της εποχής, όπως η προικοδότηση απόρων κορασίδων από το βασιλικό ζεύγος, οι διαμαρτυρίες για τη σύλληψη και απαγωγή του εθνάρχη Κύπρου Μακαρίου, η διανομή δώρων σε μικρά παιδιά από την Οργάνωση των Πυθαγορείων των ΗΠΑ κ.ά.

Σενάριο-σκηνοθεσία:
ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΟΒΟΤΣΟΣ

Έτος παραγωγής: 2003

Δείτε περισσότερα στο http://archive.ert.gr

http://archive.ert.gr/8233/




Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Αποσπάσματα από τις σκέψεις του Wassily Kandinsky στο βιβλίο του Για το Πνευματικό στην Τέχνη (1910)

«Το Χρώμα είναι τα πλήκτρα, τα μάτια είναι τα σφυριά, η ψυχή είναι το πιάνο με τις πολλές χορδές. Ο καλλιτέχνης είναι το χέρι που παίζει, ακουμπώντας το ένα ή το άλλο πλήκτρο (=φόρμα), τη μία νότα μετά την άλλη, για να δημιουργήσει δονήσεις στην ψυχή».[1]

Wassily Kandinsky, Σύνθεση, 1923

Σύμφωνα με τον Καντίνσκυ το χρώμα εμπεριέχει μία δύναμη που είναι τεράστια, μία δύναμη η οποία μπορεί να επηρεάσει όλο το ανθρώπινο σώμα.
Ο Καντίνσκυ πίστευε ότι το χρώμα, όπως ο ήχος, προκαλεί συναισθήματα. Μαζί με τα άλλα μορφολογικά στοιχεία (γραμμή, σχήμα, υφή, κ.ά.) το χρώμα, όπως και η μουσική, είναι μία γλώσσα, η οποία έχει το δικό της τρόπο να επικοινωνεί με όλους.
«Όχι δίχως λόγο είναι π.χ. γενικά συνηθισμένο να χαρακτηρίζονται σχέδια υφασμάτων ως εύθυμα, σοβαρά, καταθλιπτικά, ζωηρά, με τα ίδια δηλαδή επίθετα, τα οποία χρησιμοποιούν πάντοτε οι μουσικοί (allegro, serioso, grave, vivace, κ.ο.κ.) για να καθορίσουν την εκτέλεση ενός κομματιού»[2].
Πίστευε ότι κάθε χρώμα, ή μάλλον αισθανόταν ότι κάθε χρώμα είχε έναν εγγενή χαρακτήρα, ο οποίος προσδιοριζόταν από τη σχέση του με το αντίθετο χρώμα. Για παράδειγμα θετικό/αρνητικό όπως λέμε μινόρε/ματζιόρε, ελάσσον/ήσσον, θερμό/ψυχρό, ενεργητικό/παθητικό, θηλυκό/αρσενικό. Πίστευε δε ότι αυτά τα χαρακτηριστικά, σε ένα εσωτερικό, διαισθητικό επίπεδο και σε ορισμένους συνδυασμούς, μπορούσαν να μεταδώσουν ένα συναίσθημα ή μία ιδέα στο θεατή. Η μορφή είναι η εξωτερίκευση του εσωτερικού περιεχομένου.[3]

Μιλώντας γενικά,  θερμό ή ψυχρό σημαίνει ένα χρώμα, το οποίο αντίστοιχα τείνει προς το κίτρινο ή το μπλε.
Αυτή η διαφορά ουσιαστικά είναι στηριγμένη στο πόσο υλική ή στο πόσο πνευματική είναι η ποιότητα του χρώματος.
 Τα θερμά χρώματα έρχονται ΠΡΟΣ το θεατή. Τα ψυχρά απομακρύνονται ΑΠΟ το θεατή.
Η σχέση της Μουσικής με τη Ζωγραφική, η σχέση του ήχου και του χρώματος, στηρίζονται στη θεωρία που ο Καντίνσκυ ονομάζει συναισθησία (synaesthesia). Είναι αυτή η συναισθητική εντύπωση που σαν αισθητήρας μεταφέρει στην ψυχή μία δόνηση, όπως ο ήχος από καλά παιγμένα βιολιά, που δονεί όλα τα μέρη και τις ίνες της ψυχής.

Ο Καντίνσκυ ήταν και μουσικός, έτσι είχε τις δικές του εμπειρίες.
Το χρώμα, έγραφε,  είναι «τα πλήκτρα και είναι δουλειά του καλλιτέχνη να κάνει την ευαίσθητη ψυχή να δονείται με αυτό ή τον άλλον ήχο».
Η συναισθησία  (ή συνήχηση)[4] είναι το φαινόμενο κατά το οποίο οι αισθήσεις όχι μόνο δεν δρουν διαφορετικά η μία από την άλλη, αλλά άμεσα μεταφέρουν τις αντιδράσεις η μία της άλλης, έτσι ώστε κάποιος να «ακούει» το χρώμα και να «βλέπει» τους ήχους.
Η συναίσθηση γίνεται αντιληπτή όταν κανείς προσεγγίσει τη φύση όχι εξωτερικά αλλά εσωτερικά.

Παραθέτουμε μερικές σημειώσεις για τη Φύση των Χρωμάτων

ΚΙΤΡΙΝΟ
Θερμό, διεγερτικό, ενοχλητικό για τους ανθρώπους, τυπικά γήινο, αντιπροσωπεύει την τυφλή τρέλα, τη φρενίτιδα, την κατάληψη της μανίας. Δυνατές, οξείες τρομπέτες, φανφάρες.[5]

ΚΟΚΚΙΝΟ
Ζεστό, πολύ ζωντανό, ζωηρό, ανήσυχο, με τεράστια ενσυνείδητη δύναμη. Το ανοικτό ζεστό κόκκινο εγείρει συναισθήματα δύναμης, ενεργητικότητας, δραστηριότητας, αποφασιστικότητας, χαράς, θριάμβου. Θυμίζει τον ήχο από φανφάρες, ενώ συνηχεί και η τούμπα ως πείσμων, φορτικός, δυνατός τόνος.
ΜΠΛΕ
Βαθύ, ήρεμο, εσωτερικό, όσο βαθύτερο τόσο καλεί τον άνθρωπο στο άπειρο. Είναι το χρώμα του ουρανού, έτσι όπως τον φανταζόμαστε όταν ακούμε τον ήχο της λέξης «ουρανός».
Όσο βυθίζεται στο μαύρο, προσλαμβάνει την παρήχηση μιάς μη ανθρώπινης θλίψης. Όταν μεταβαίνει προς το ανοιχτό, γίνεται απόμακρο και αδιάφορο, όπως ο απέραντος γαλάζιος ουρανός.
Το ανοιχτό μπλε ηχεί σαν τον αυλό ενώ το σκούρο σαν το τσέλο. Το μπλε όσο βαθαίνει τόσο μοιάζει με τους εξαίσιους ήχους ενός κοντραμπάσο. Σε βαθύτερη, πιο πανηγυρική μορφή, ο ήχος του μπλε μπορεί να παραβληθεί με εκείνον ενός μπάσο αρμόνιο.[6]

ΛΕΥΚΟ
Ένα μη χρώμα, είναι σαν μία μεγάλη σιωπή.
Είναι ένα τίποτα που είναι νεαρό. Έτσι ηχούσε ίσως η γη στις λευκές εποχές της περιόδου των πάγων.
Το χρώμα της καθαρής χαράς και της άσπιλης αγνότητας.
Ηχεί εσωτερικά σαν ένας μη ήχος, αντιστοιχεί στις παύσεις στη μουσική, που διακόπτουν, πρόσκαιρα μόνον, την ανάπτυξη ενός μέρους.[8]

ΜΑΥΡΟ
Ένα τίποτε δίχως δυνατότητες. Ένα νεκρό τίποτε μετά το σβήσιμο του ήλιου, σαν μία αιώνια σιωπή δίχως μέλλον κι ελπίδα.
Μουσικά αντιστοιχεί σε μία ολοκληρωτική παύση. Ο κύκλος έκλεισε. Το μαύρο είναι κάτι που έχει εκλείψει, κάτι ακίνητο, σαν ένα πτώμα.
Το μαύρο είναι το χρώμα (μη χρώμα με την έννοια της χροιάς) του βαθύτερου πένθους και σύμβολο του θανάτου.
Εξωτερικά στερείται ήχου και για αυτό πάνω του ηχεί εντονότερα κάθε άλλο χρώμα ακόμα και εκείνο που ηχεί ασθενέστατα.[9]

ΓΚΡΙ
Η ισορροπία του άσπρου και του μαύρου. Στερείται ήχου και κίνησης. Είναι η ακινησία που είναι απαρηγόρητη. Όσο πιο σκούρο τόσο πιο αποπνικτικό. Ανοιχτότερο έχει μία δυνατότητα αναπνοής.[10]

ΠΡΑΣΙΝΟ
Ανάμιξη του μπλε με κίτρινο
Σταθερό, ειρηνικό, μα με κρυμμένη δύναμη, παθητικό
Είναι το χρώμα του καλοκαιριού όπου η φύση έχει ξεπεράσει τη θυελλώδη και ορμητική περίοδο της χρονιάς, την άνοιξη, και έχει βυθιστεί σε μία όλο ικανοποίηση ηρεμία. «Είναι το πράσινο αυτό όπως μία χοντρή, υγιέστατη ξαπλωμένη ακίνητη αγελάδα, η οποία μηρυκάζοντας παρατηρεί τον κόσμο με ηλίθιο, απαθές βλέμμα».
Ηχεί σαν τους ήρεμους, μακρόσυρτους, μέσου βάθους, ήχους βιολιού.[7]


ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
Ανάμιξη του κόκκινου με το κίτρινο.
Μοιάζει με τον πεπεισμένο για τις δυνάμεις του άνθρωπο και προκαλεί μία ιδιαίτερη υγιή αίσθηση. Είναι το χρώμα του πλούτου.
Ηχεί σαν μεσαία καμπάνα εκκλησίας που καλεί για προσευχή ή σαν μία δυνατή γέρικια φωνή, σαν ένα παλιό βιολί πoυ τραγουδάει σε λάργκο.[13]

ΒΙΟΛΕ
Ανάμιξη του μπλε και του κόκκινου.
Έχει την τάση να απομακρύνεται από τον άνθρωπο. Έχει κάτι αρρωστημένο, σβησμένο, κάτι θλιμμένο εντός του. Είναι το κατάλληλο για ενδύματα ηλικιωμένων γυναικών. Οι Κινέζοι το χρησιμοποιούν ως χρώμα των ενδυμάτων του πένθους.
Ηχεί σαν το αγγλικό κόρνο, τη φλογέρα, και στο βάθος, μοιάζει με τους βαθείς ήχους των ξύλινων πνευστών π.χ ενός φαγκότο.

ΡΟΖ 
Ανάμιξη του κόκκινου με άσπρο. 
Ψυχρό, σαν νεανική, αγνή χαρά, σαν δροσερή άσπιλη μορφή κοριτσιού.
Ηχεί σαν διαυγείς, κελαϊδιστοί ήχοι βιολιού. [11]      
                                                                                                                                   ΚΑΦΕ
Ανάμιξη του κόκκινου με μαύρο.
Είναι αμβλύ, σκληρό, ελάχιστα ικανό για κίνηση. Όμως από τα βάθη του, το  κόκκινο αναδύεται ακόμα δυνατό και βίαιο.
Το καφέ που κοκκινίζει ηχεί σαν την τούμπα και μπορεί να παραλληλισθεί με δυνατές τυμπανοκρουσίες.[12]

-----------------------------------------------------------------------------------


Οι τίτλοι που έδινε στα έργα του ο Καντίνσκυ δεν ήταν τυχαίος. Προέρχονταν από τρεις διαφορετικές πρωταρχικές-γεννεσιουργές πηγές.
1.τις άμεσες εντυπώσεις από την «εξωτερική φύση», οι οποίες εκφράζονται με σχεδιαστικές-ζωγραφικές φόρμες, τις ονόμασε «Eντυπώσεις» (Ιmpressionen).
2.τις κυρίως ασυνείδητες εκφράσεις, εκείνες οι οποίες στο μεγαλύτερο μέρος τους βγήκαν ξαφνικά, δηλαδή εκφράσεις διαδικασιών εσωτερικού χαρακτήρα, εντυπώσεις επομένως από την «εσωτερική φύση», τις ονόμασε «Αυτοσχεδιασμούς» (Improvisationen).
3.τις διαμορφωμένες εντός του εκφράσεις, εκείνες τις οποίες εξετάζει και επεξεργάζεται για  πολύ καιρό και σχεδόν σχολαστικά μετά από τα πρώτα σχέδια , τις ονόμασε «Σύνθεση» (Komposition).

Και όπως επεξηγεί ο ίδιος «καθοριστικό ρόλο παίζει εδώ ο Λόγος, το Συνειδητό, το Σκόπιμο, το Επωφελές (=χρώματα ή ήχοι που συνηχούν όμορφα)» [14], μία επεξήγηση που πρέπει να καταλάβουμε καλά, για να αντιληφθούμε τις προηγούμενες κατηγορίες.
----------------------------------------------------------------------


ΜΙΚΡΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Το έργο τέχνης είναι μία πράξη. Ένα γίγνεσθαι, το οποίο όταν αποκρυσταλλωθεί μας δίνει το αποτέλεσμα στη μορφή με την οποία διαλέξαμε να αποτυπώσουμε αυτή την πράξη.
Παρότι έχουν περάσει σχεδόν 100 χρόνια από τη δράση του Καντίνσκυ και τη σκέψη του, θα παραθέσουμε τα λόγια του, καθώς μοιάζει να τα έχει πει πρόσφατα:
«Τελικά είναι πολύ καλύτερα να πετάξεις την παλέτα σου στο μουσαμά, να σπάσεις το γύψο ή το μάρμαρο με τη γροθιά ή με το σφυρί, να καθίσεις με κρότο στα πλήκτρα του πιάνου, παρά να σκαλίζεις άψυχα το πεδίο μιας παραδοσιακής και νεκρής φόρμας […] Σε τελευταία ανάλυση, μία ζωντανή πεταλούδα είναι προτιμότερη από ένα λιοντάρι νεκρό».[15]






[1] Kandinsky, Wassily, Για το Πνευματικό στην Τέχνη, μετάφρ. Μ.Παράσχης, εκδ.1981, Αθήνα: 1981, σ.84
[2] στο ίδιο, σ. 128
[3]  στο ίδιο, σ.83
[4] στο ίδιο, σ.138
[5] στο ίδιο, σ.104
[6] στο ίδιο, σ.106
[7] στο ίδιο, σ.108
[8] στο ίδιο, σ.110
[9] στο ίδιο, σ.111
[10] στο ίδιο, σ.111
[11] στο ίδιο, σ.112
[12] στο ίδιο, σ.114
[13] στο ίδιο, σ.115
[14] στο ίδιο, σ. 137
[15] στο ίδιο, σ.28

πηγή:http://tehnisthemata.blogspot.gr

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Η αγάπη είναι μόνο μία

 

                                Η αγάπη είναι μόνο μία

                                                                                                                   αποσπάσματα από βιβλία


Μπορώ να κάνω ένα σωρό πράγματα για να σου εκφράσω, να σου δείξω, να σου αποδείξω, να επιβεβαιώσω ή να υποστηρίξω ότι σ’ αγαπώ, όμως, μόνο ένα πράγμα μπορώ να κάνω με την αγάπη μου, κι αυτό είναι να Σ’ ΑΓΑΠΩ, να ασχολούμαι μαζί σου, να εκδηλώνω τα συναισθήματά μου όπως τα νιώθω. Και το πώς τα αισθάνομαι είναι ο δικός μου τρόπος να σ’ αγαπώ.

Μπορείς να το δεχτείς ή μπορείς να το απορρίψεις, μπορείς να καταλάβειςτ τι σημαίνει ή μπορείς να το αγνοήσεις παντελώς. Αυτός, όμως, είναι ο τρόπος μου να σ΄αγαπώ· δεν έχω άλλον.

Ο καθένας έχει έναν μόνο τρόπο ν’ αγαπάει:
τον δικό του.
 

Στο χώρο της ψυχικής υγείας συναντάμε πολλές φορές άτομα που έμαθαν –λανθασμένα και χωρίς να καταλάβουν πώς–, ότι αγάπη είναι να χτυπάς, και καταλήγουν να παντρεύονται κάποιους που τους χτυπούν προκειμένου να αισθανθούν ότι τους αγαπούν (πολλές κακοποιημένες γυναίκες υπήρξαν κακοποιημένες θυγατέρες).

Για αιώνες κακοποιούσαν ή πλήγωναν οι γονείς τα παιδιά τους λέγοντας ότι το κάνουν για το καλό τους: «Εμένα με πονάει περισσότερο που πρέπει να σε δείρω», λένε συχνά οι γονείς.
Και στα πέντε σου, δεν είσαι σε θέση να κρίνεις αν είναι ή δεν είναι πράγματι έτσι.
Και προσαρμόζεσαι· αλλάζεις συμπεριφορά.
Και εξακολουθείς, πολλές φορές, να τρως ξύλο και να το θεωρείς ωφέλιμο.




Όταν δούλευα με εξαρτημένους, την εποχή που έκανα ειδικότητα στην ψυχιατρική, παρακολουθούσα μια γυναίκα που είχε πατέρα αλκοολικά και παντρεύτηκε με τη σειρά της έναν αλκοολικό άντρα. Τη γνώρισα στην κλινική όπου ο άντρας της ήταν εσωτερικός ασθενής. Επί χρόνια συνόδευε τον σύζυγό της στις ομάδες Ανώνυμων Αλκοολικών στην προσπάθεια να ξεπεράσει τον εθισμό του, από τον οποίο έπασχε για πάνω από δώδεκα χρόνια. Τελικά, εκείνος κατάφερε να απέχει από το αλκοόλ επί είκοσι τέσσερις μήνες. Τότε ήρθε η γυναίκα του για να μου πει ότι, μετά από δεκαέξι χρόνια γάμου, ένιωθε ότι η αποστολή της είχε λήξει η υγεία του συζύγου της είχε αποκατασταθεί… Εγώ, τότε που ήμουν είκοσι επτά χρόνων και νεοδιορισμένος γιατρός, ερμήνευσα ότι, στην πραγματικότητα, αυτό που ήθελε ήταν να θεραπεύσει τον πατέρα της αντικαθιστώντας τη θεραπεία του πατέρα με αυτή του συζύγου. Εκείνη είπε: «Μπορεί, τώρα πάντως δεν με συνδέει τίποτα με τον σύζυγό μου. Υπέφερα πολύ από τον αλκοολισμό του, αλλά έμεινα κοντά του για να μην τον εγκαταλείψω στη μέση της θεραπείας τώρα όμως δεν θέλω να ξέρω τίποτα πια γι’ αυτόν».
Πράγματι, χώρισαν. Ένα χρόνο αργότερα, τελείως τυχαία, κάπου αλλού συναντηθήκαμε με τη γυναίκα αυτή που είχε κάνει μια καινούργια σχέση. Είχε ξαναπαντρευτεί… έναν άντρα επίσης αλκοολικό.


Οι ιστορίες αυτές, που δεν μπορούμε να καταλάβουμε με τη λογική, έχουν να κάνουν με τον τρόπο που κουβαλάει κανείς μέσα του δικά του άλυτα θέματα· με το πώς αντιλαμβάνεται την αγάπη.






 

Το Σ’ ΑΓΑΠΩ και ΣΟΥ ΔΕΙΧΝΩ ΟΤΙ Σ’ ΑΓΑΠΩ μπορεί να είναι δύο πράγματα τελείως διαφορετικά για μένα και για σένα.

Και εδώ, όπως και σε όλα τα θέματα, μπορεί να διαφωνήσουμε ριζικά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ένας από τους δύο κάνει αναγκαστικά λάθος.





Παραδείγματος χάριν: ξέρω πως η μαμά μου μπορεί να σου δείχνει ότι σ’ αγαπάει με διάφορους τρόπους, όπως όταν είσαι σε καλεί στο σπίτι και φτιάχνει τα φαγητά που σου αρέσουν. Αν λοιπόν, για τη μέρα που σ’ έχει καλέσει, έχει ετοιμάσει δύο ή και τρία από εκείνα τα υπέροχα αραβικά φαγητά που για να τα φτιάξει χρειάστηκε να περάσουν πεντ’-έξι μέρες στην κουζίνα ζυμώνοντας, ξεφλουδίζοντας, τεμαχίζοντας και βράζοντας τα υλικά, αυτό για τη μαμά μου σημαίνει ότι σ’ αγαπάει. Και αν δεν έχεις μάθει να ερμηνεύεις αυτόν τον τρόπος έκφρασης, μπορεί να μην καταλάβεις ότι γι’ αυτήν είναι το ίδιο σαν να λέει σ’ αγαπώ.

 Αυτό σημαίνει ότι είναι εκδηλωτική; Δεν ξέρω. Σε κάθε περίπτωση, είναι ο ΔΙΚΟΣ ΤΗΣ τρόπος να λέει σ’ αγαπώ. Αν δεν μάθω να διαβάζω το μήνυμα που εκφράζουν έμμεσα αυτές οι κινήσεις, δεν θα μπορέσω ποτέ να αποκωδικοποιήσω το μήνυμα που εκφράζει ο άλλος. (Μια φορά την εβδομάδα, ΟΤΑΝ ΖΥΓΙΖΟΜΑΙ, επιβεβαιώνω πόσο πολύ μ’ αγαπούσε η μαμά μου, και πόσο καλά αποκωδικοποίησα το μήνυμά της!)


Όταν σ’ αγαπάει κάποιος, σου αφιερώνει ένα μέρος της ζωής, του χρόνου και του ενδιαφέροντός του.

Όταν σ’ αγαπάει κάποιος, οι πράξεις του σου λένε καθαρά πόσο πολύ νοιάζεται για σένα.


Μπορεί ν’ αποφασίσω να κάνω κάτι που θέλεις, με τη φαντασίωση ότι θα καταλάβεις πόσο σ’ αγαπώ. Κάποια φορά μπορεί να το κάνω, άλλοτε μπορεί και όχι. Αν και δεν μου αρέσει, μπορεί να σηκωθώ από τα χαράματα της 13ης Δεκεμβρίου, να στολίσω το σπίτι και να ετοιμάσω το πρωινό γεμίζοντας τους τοίχους με αφίσες και το κρεβάτι με δώρα, και για το βράδυ να έχω καλέσει ένα σωρό κόσμο… Ξέροντας πόσο σε συγκινεί, είναι πιθανό κάποια φορά να το δεις να γίνεται, αν έχω διάθεση. Αν, όμως, επιβάλλεται να κάνω το ίδιο κάθε χρόνο, κι εγώ το επαναλαμβάνω μόνο και μόνο για να σ’ ευχαριστήσω… μην έχεις και την απαίτηση να το απολαμβάνω. 

Γιατί, αν δεν είναι κάτι που κι εγώ θέλω από μόνος μου, ίσως είναι καλύτερο και για τους δυο μας να μη το κάνω καθόλου.

Βέβαια, αν εγώ δεν έχω ποτέ διάθεση να κάνω κάτι τέτοιο, ούτε και τίποτ’ απ’ αυτά που ξέρω ότι σου αρέσουν, τότε κάτι συμβαίνει.

Με τη συμβίωση, θα μπορούσα να μάθω να χαίρομαι με την ψυχική ικανοποίηση που σου προσφέρω, έτσι όπως εσύ το προτιμάς. 
Και πράγματι, έτσι γίνεται. 

Αυτό όμως δεν έχει καμία σχέση με ορισμένες απόψεις που λίγο-πολύ δέχονται όλοι, απόψεις που φαίνονται να είναι αντίθετες με αυτό που μόλις είπα, και με τις οποίες, ασφαλώς, δεν συμφωνώ.

Μιλάω συγκεκριμένα για τις θυσίες στην αγάπη.



Μερικές φορές ο κόσμος θέλει να με πείσει ότι πέρα από την ιδέα τού να είναι κανείς ευτυχισμένος, σημαντικές σχέσεις είναι εκείνες όπου ο ένας είναι ικανός να θυσιάζεται για τον άλλον. 

Η αλήθεια είναι πως εγώ δεν πιστεύω ότι η αγάπη είναι χώρος θυσίας. 

Δεν πιστεύω ότι όταν θυσιάζεται κανείς για τον άλλον, αυτό αποτελεί εγγύηση αγάπης, και ακόμη λιγότερο, ότι η θυσία αποδεικνύει την αγάπη μου για τον άλλο. 

Η αγάπη είναι ένα συναίσθημα που εγγυάται την ικανότητα να χαιρόμαστε πράγματα μαζί, κι όχι ένα μέτρο για το πόσο είμαι διατεθειμένος να υποφέρω για σένα, ή πόσο είμαι έτοιμος να απαρνηθώ τον ίδιο μου τον εαυτό.

Σε κάθε περίπτωση, το μέτρο της αγάπης μας δεν το καθορίζει ο πόνος που μπορεί να μοιραστούμε – έστω κι αν αυτό αποτελεί μέρος της ζωής. 


Η αγάπη μας μετριέται και δυναμώνει ανάλογα με το πόσο ικανοί είμαστε να περπατάμε μαζί σ’ αυτόν τον δρόμο, να απολαμβάνουμε κάθε βήμα όσο γίνεται περισσότερο, και να αυξάνουμε την ικανότητα μας να χαιρόμαστε ακριβώς αυτό: το ότι είμαστε μαζί.




…Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σου λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μία από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.



«Αγαπιόμαστε» αρχίζει ο νέος.
«Και θα παντρευτούμε» λέει εκείνη.
«Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…»
«Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…»
«Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.»
«Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου.»
«Σε παρακαλόυμε» ικετεύουν, «πες μας τι μπορούμε να κάνουμε…»



Ο μάγος τούς κοιτάζει και συγκινείται που βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.
«Υπάρχει κάτι…» λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. «Αλλά  δεν ξέρω… είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.»
«Δεν μας πειράζει» λένε κι οι δύο.
«Ό,τι και να’ ναι» επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.

«Ωραία» λέει ο μάγος. «Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτε άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;»

Η νεαρή κοπέλα συγγατανεύει σιωπηλά.

«Κι εσύ, Άγριε Ταύρε» συνεχίζει ο μάγος, «πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή να βρεις τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να το τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο… Πηγαίνετε τώρα.»



Οι δύο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…

Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δύο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα που περιέχει το πουλί που τους ζητήθηκε.



Ο μάγος τούς λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στον γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν. Είναι πανέμορφα· χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.

“Πετούσαν ψηλά;” ρωτάει ο μάγος.
“Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε… Και τώρα;” ρωτάει ο νέος. “Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;”
“Όχι” λέει ο γέρος.
“Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;” προτείνει η νεαρή.




“Όχι” ξαναλέει ο γέρος. “Κάντε ό,τι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες… Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν· να πετάξουν ελεύθερα.”



Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.


Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου μέχρι που πληγώνονται.



 
“Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλο, ακόμη κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.»


 
 
 
Απόσπασμα από το βιβλίο “Ο δρόμος της συνάντησης”, ΦΥΛΛΑ ΠΟΡΕΙΑΣ ΙΙ, του Χόρχε Μπουκάι, εκδόσεις opera/animus