Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

Hμερομηνία : 31-10-04 Eκτύπωση | e-mail
Προφητείες και μαντεία στον κόσμο των τελευταίων εθνικών
ΔHMHTPHΣ I. KYPTaTaΣ

ΤHN EΠOXH που ο χριστιανισμός άρχισε να εξαπλώνεται στη Ρωμαϊκή aυτοκρατορία, τα περισσότερα μαντεία λειτουργούσαν κανονικά. Στους Δελφούς και τη Δωδώνη, τα ιερά που είχαν παίξει μεγάλο ρόλο τούς προηγούμενους αιώνες είχαν χάσει κάπως την παλαιά τους αίγλη. Αλλά στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, που ευημερούσαν κάτω από τη ρωμαϊκή διοίκηση και συγκέντρωναν πολλούς ταξιδιώτες, τα μαντεία της Κλάρου και των Διδύμων βρίσκονταν σε ακμή. Παρομοίως το μαντείο του aμμωνα στη όαση Σίβα της Αιγύπτου. Εκτός από τους τοπικούς πληθυσμούς, που τα επισκέπτονταν τακτικά, πολλοί μορφωμένοι και ανήσυχοι άνδρες κοίταζαν και πάλι προς την Ανατολή με περιέργεια και προσδοκίες.

Λιγότερος λόγος γίνεται για τα πολλά, μικρότερα και σχετικώς άσημα θρησκευτικά ιδρύματα. Είναι, πάντως, σαφές ότι δεν έπαψαν και αυτά να επιτελούν τις παλαιές τους λειτουργίες: μεταξύ άλλων να συμβουλεύουν τους ενδιαφερόμενους και να φωτίζουν πλευρές της ζωής τους που παρέμεναν ή βυθίζονταν στο σκοτάδι. Κάπου κάπου έκαναν την εμφάνισή τους και νέα μαντεία που, μέσα στον γενικό ανταγωνισμό, διεκδικούσαν και αυτά μια θέση στη ζωή των ανθρώπων της ύστερης αρχαιότητας.

Πολλοί από τους επισκέπτες των μαντείων είχαν μικρές και καθημερινές έγνοιες. Hθελαν να ξαναβρούν απολεσθέντα αντικείμενα και δραπέτες δούλους ή να κατακτήσουν πρόσωπα που δεν ανταποκρίνονταν στο έρωτά τους. Κάποτε οι ανησυχίες ήταν σοβαρότερες. Σχετίζονταν με τη ζωή, τον θάνατο και τις θεϊκές δυνάμεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι επισκέπτες ήταν άρχοντες ή αξιωματούχοι του στρατού. Μέσα στη γενική τους αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα, κατέφευγαν στον θεό για συμβουλές ή για προβλέψεις. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, ακόμα και αυτές για τις οποίες γίνονταν όλες οι απαραίτητες προετοιμασίες, ενείχαν, όπως ενέχουν πάντα, απρόβλεπτους κινδύνους.
Οι περιπλανώμενοι μάντεις συχνά συμβουλεύονταν και διάφορα «ιερά βιβλία» που περιλάμβαναν και αρχαίους χρησμούς αποδιδόμενους σε μυθικές μορφές όπως ο Βάκις και η Σίβυλλα. Oι Σιβυλλικοί χρησμοί φυλάσσονταν στη Ρώμη, όμως αντίγραφα και παραλλαγές τους κυκλοφορούσαν ευρέως. Eπάνω: η Σίβυλλα της Λιβύης, από τη μεγάλη νωπογραφική σύνθεση του Mιχαήλ aγγελου στην Kαπέλα Σιξτίνα Bατικανό.

Πέρα από τα οργανωμένα κέντρα υπήρχαν στα ρωμαϊκά χρόνια, όπως παλιά, και ανεξάρτητοι προφήτες ή μάντεις που αναζητούσαν την πελατεία τους μετακινούμενοι συνεχώς. Οι μορφωμένοι πληροφοριοδότες μας τους περιφρονούσαν, δίνοντας έτσι σπανίως αξιόπιστα στοιχεία για τη δράση τους, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλοί άνθρωποι δέχονταν τις υπηρεσίες τους και, ενδεχομένως, τους αναζητούσαν.

Οι περιπλανώμενοι μάντεις ήταν συχνά οιωνοσκόποι ή ερμηνευτές άλλων σημείων, αλλά και κάτοχοι συγγραμμάτων. Τα συμβουλεύονταν όπως μόνον αυτοί μπορούσαν, ανάλογα με το πρόβλημα που αντιμετώπιζαν ή τις ανάγκες της στιγμής. Στα ιερά βιβλία που μπορούσαν να αξιοποιηθούν με αυτό τον τρόπο, περιλαμβάνονταν και αρχαίοι χρησμοί. Αποδίδονταν σε επιφανείς μορφές των μυθικών χρόνων, όπως ο Βάκις και η Σίβυλλα. Τα επίσημα αρχεία της Σίβυλλας φυλάσσονταν στη Ρώμη και ανοίγονταν με περισσή περίσκεψη και επιφύλαξη. aλλα αντίγραφα, ωστόσο, ή, το πιθανότερο, διαφορετικές παραλλαγές κυκλοφορούσαν ευρέως.

Πολέμιοι και διώκτες

Οι εθνικοί προφήτες και τα μαντεία αντιμετωπίζονταν κάποτε με σκεπτικισμό ή και σαρκασμό από ορισμένους μορφωμένους κύκλους. Γνωστότεροι είναι οι πολέμιοι των προφητών που, όπως ο Λουκιανός, εμπνέονταν από τη φιλοσοφία του Επίκουρου. Στον Λουκιανό οφείλουμε μιαν από τις βιαιότερες επιθέσεις εναντίον ενός νέου μάντη που εμφανίστηκε στην Παφλαγονία. Στις συνθήκες της εποχής ήταν προτιμότερη μια επίθεση εναντίον συγκεκριμένων προσώπων και, κυρίως, εναντίον συγκεκριμένων μεθόδων, παρά μια γενική αμφισβήτηση των προφητικών χαρισμάτων. Οι εθνικοί προφήτες και τα μαντεία δέχτηκαν τις σκληρότερες επιθέσεις από τους ηγέτες του χριστιανισμού.

Οι χριστιανοί επιτέθηκαν εναντίον όλων των μορφών παγανιστικής λατρείας και δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να συμφιλιωθούν με τα καθιερωμένα μαντεία, μικρά ή μεγάλα. Στην αρχή το πρόβλημα ήταν οι θεοί τούς οποίους επικαλούνταν οι εθνικοί μάντεις. aλλοτε καταγγέλλονταν ως ψευτοθεοί και άλλοτε ως επικίνδυνοι δαίμονες. Στη συνέχεια, ωστόσο, το πρόβλημα έγινε πολυπλοκότερο. Τα μαντεία ήταν ασφαλώς πολύ ενοχλητικά, αλλά ενοχλητικότεροι ακόμα ήταν οι επικούρειοι και όλοι όσοι αρνούνταν τη θεϊκή πρόνοια. Από το να πιστεύεις σε λάθους θεούς χειρότερο ήταν να μην πιστεύεις καθόλου σε θεούς ή, που κατέληγε στο ίδιο, να μην πιστεύεις στη δυνατότητα επικοινωνίας των ανθρώπων με τον Θεό. Eχοντας ανοιχτά μέτωπα με τους δικούς τους προφήτες, οι χριστιανικές εκκλησίες δεν μπορούσαν να υπερασπιστούν ευθέως τα προφητικά χαρίσματα. Μπορούσαν, ωστόσο, να δείξουν σεβασμό για ορισμένες παλαιές και σεβάσμιες μορφές των εθνικών, σχεδόν στον ίδιο βαθμό που έδειχναν για τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης.

Η Προς Τίτον επιστολή επικαλείται τα λόγια του Επιμενίδη σε ένα μάλλον δευτερεύον ζήτημα (το φιλοψευδές των Κρητών). Διάφοροι συγγραφείς όμως θυμήθηκαν άλλες, και σημαντικότερες, ρήσεις. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον το έδειξαν οι χριστιανοί για τη Σίβυλλα. Εκτός από τις πολλές αναφορές στο όνομά της, είναι απολύτως ενδεικτικό ότι οι σιβυλλικοί χρησμοί, όπως σώζονται σήμερα, διατηρούν εμφανή τα σημάδια είτε ιουδαϊκών είτε χριστιανικών παρεμβολών. Με μικρές προσθήκες και παραλλαγές, τα ιερά κείμενα των εθνικών μπορούσαν να υπηρετήσουν και τη χριστιανική υπόθεση. Μια από τις βασικές αρετές της Σίβυλλας ήταν ότι είχε ζήσει τα πολύ παλιά χρόνια και δεν διεκδικούσε ενεργό ρόλο στο θρησκευτικό σύστημα της ύστερης αρχαιότητας.

Από θέση εξουσίας, οι χριστιανοί του τέταρτου και του πέμπτου αιώνα πολέμησαν αμείλικτα τα ιερά των εθνικών. Με ιδιαίτερο πάθος στράφηκαν εναντίον των μαντείων και των άλλων ιδρυμάτων που εξακολουθούσαν να χρησμοδοτούν. Η κατεδάφιση ενός κτίσματος πάντως αποδείχτηκε ευκολότερη από την καταπολέμηση μιας δοξασίας, μιας πίστης και μιας προσδοκίας. Οι χριστιανοί ιερείς και μοναχοί δεν δυσκολεύονταν να καταγγείλουν τους ψευτοθεούς και τους δαίμονες, ιδιαιτέρως όταν είχαν με το μέρος τους τις κοσμικές αρχές και τον στρατό. Οι ευρύτερες μάζες ωστόσο, τόσο αυτές που είχαν μεταστραφεί στον χριστιανισμό όσο και αυτές που παρέμεναν προσηλωμένες στις παραδοσιακές θρησκείες, είχαν συνηθίσει να προσφεύγουν σε διαμεσολαβητές, σε ανθρώπους δηλαδή που ήταν σε θέση να τους φέρουν σε επαφή με τον αόρατο κόσμο.

aσκητές, ερημίτες, στυλίτες

Την εποχή που τα μαντεία των εθνικών δέχονταν τα πλέον θανάσιμα πλήγματα, στις εσχατιές και τις ερήμους είχαν ήδη αρχίσει να εγκαθίστανται οι νέοι ήρωες της εποχής. Ασκητές κάθε λογής, ερημίτες και στυλίτες, με χριστιανική πίστη και σεβασμό στις εκκλησιαστικές εξουσίες, ήταν πλέον σε θέση να ικανοποιήσουν πολλά από τα αιτήματα των ανήσυχων ανθρώπων. Με τα πνευματικά τους χαρίσματα, οι νέοι ιεροί άνδρες, και ορισμένες ιερές γυναίκες, ήξεραν όχι μόνο πώς να θεραπεύουν ασθένειες του σώματος και της ψυχής, αλλά και πώς να προφητεύουν. Στους χριστιανούς ασκητές άρχισαν να προσφεύγουν και πολλοί μορφωμένοι ή επιφανείς πολίτες της αυτοκρατορίας, αξιωματούχοι, αλλά και οι ίδιοι οι αυτοκράτορες. Eτσι, οι χαρισματικές ιδιότητες δεν χάθηκαν ούτε από την επίσημη και αναγνωρισμένη Εκκλησία. Μόνο που παρέμειναν υπό έλεγχο και στα όρια του πολιτισμού - εκεί όπου, άλλωστε, από τα αρχαία χρόνια, οι προφητικές φωνές ακούγονταν καθαρότερα και δυνατότερα.

Το τέλος του παγανισμού, όπως υποστήριζαν οι χριστιανοί, αναγγέλθηκε με έναν χρησμό, τον τελευταίο, καθώς λεγόταν, του μαντείου των Δελφών. «Είπατε τω βασιλεί: χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά. Ουκέτι Φοίβος έχει καλύβαν, ου μάντιδα δάφνην, ου παγάν λαλέουσαν, απέσβετο και λάλον ύδωρ».

Δεν υπάρχουν σχόλια: